Τετάρτη 10 Ιουλίου 2013

Επι­μέ­νω, λοι­πόν, ό­τι σε κά­θε χώ­ρα του δυ­τι­κού πο­λι­τι­κού κύ­κλου, έ­νας ο­ρι­σμέ­νος εν­διά­με­σος χώ­ρος έ­χει δο­μι­κή θέ­ση.


Συνέντευξη του Ν.Σεβαστάκη


Όλη η συνέντευξη εδώ : Πηγή Εποχή




Στα άρ­θρα σου συ­χνά α­να­φέ­ρε­σαι στο ή­θος στην πο­λι­τι­κή, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νου και του ρι­ζο­σπα­στι­κού ή­θους, ό­πως και στις α­πο­χρώ­σεις οι ο­ποίες, πα­ρα­τη­ρείς στο τε­λευ­ταίο σου βι­βλίο, συ­χνά θυ­σιά­ζο­νται για να α­να­δειχ­θούν οι α­ντι­θέ­σεις, τα μέ­τω­πα, οι σα­φείς γραμ­μές της α­ντι­πα­ρά­θε­σης. Αυ­τά α­φο­ρούν και την α­ρι­στε­ρά, ο λό­γος της, δη­λα­δή, ε­γεί­ρει πα­ρό­μοια ζη­τή­μα­τα, και ποιες οι πη­γές τέ­τοιων σφαλ­μά­τω­ν;

Ο ρι­ζο­σπα­στι­σμός δεν εί­ναι μια ε­νιαία υ­πό­στα­ση, α­μι­γώς θε­τι­κή ή πά­ντο­τε α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή. Υπάρ­χουν πολ­λές ποι­κι­λίες ρι­ζο­σπα­στι­σμού, α­κό­μα και πο­λύ δια­φο­ρε­τι­κές λο­γι­κές λαϊκής ε­ξέ­γερ­σης και α­νυ­πα­κοής. Ανα­φέρ­θη­κα ή­δη στο δε­ξιό ρι­ζο­σπα­στι­σμό που συν­δυά­ζει το θέ­μα της κα­τα­δυ­νά­στευ­σης του α­πλού αν­θρώ­που με την προσ­δο­κία ε­νός αυ­ταρ­χι­κού κρά­τους των ι­σχυ­ρών και α­διά­φθο­ρων «ο­δη­γών». Ή α­κό­μα μπο­ρού­με να α­να­φερ­θού­με και στον ι­διό­τυ­πο ρι­ζο­σπα­στι­σμό ό­σων ζη­τούν την α­πο­φα­σι­στι­κή υ­πέρ­βα­ση των συμ­βα­τι­κών κα­νό­νων και θε­σμι­κών ε­μπο­δίων για την «α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της οι­κο­νο­μίας». Ο ρι­ζο­σπα­στι­σμός μπο­ρεί να προέρ­χε­ται και α­πό τις ί­διες τις προω­θη­μέ­νες ε­λί­τ, οι ο­ποίες ε­πι­διώ­κουν να α­παλ­λα­γούν α­πό χρο­νο­βό­ρες και α­τέρ­μο­νες δια­δι­κα­σίες ε­λέγ­χων, α­πό τις κα­θυ­στε­ρή­σεις των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών δια­δι­κα­σιών κ.λπ. Για να έλ­θω ό­μως στο ε­ρώ­τη­μα για το ρι­ζο­σπα­στι­κό α­ρι­στε­ρό ή­θος. Έχω γρά­ψει ο­ρι­σμέ­να ε­πι­κρι­τι­κά κεί­με­να για συ­γκε­κρι­μέ­να φαι­νό­με­να. Το κυ­ριό­τε­ρο πρό­βλη­μα για μέ­να εί­ναι μια α­ντί­λη­ψη πε­ρί κοι­νω­νι­κής και πο­λι­τι­κής σύ­γκρου­σης που με­τα­τρέ­πει με μιας τις α­ντι­θέ­σεις σε α­πλοϊκούς δι­χα­σμούς. Αυ­τή η α­ντί­λη­ψη ελ­κύε­ται α­πό μια τε­λε­σι­γρα­φι­κή γλώσ­σα πρό­θυ­μη να με­τα­χει­ρι­στεί α­νι­στό­ρη­τες λε­κτι­κές υ­περ­βο­λές για να ε­πι­βε­βαιώ­σει την κρι­τι­κή και μα­χη­τι­κή της λει­τουρ­γία.

Προ­φα­νώς η πρα­κτι­κή πο­λι­τι­κή γλώσ­σα δεν μπο­ρεί να δια­χει­ρι­στεί α­πο­χρώ­σεις. Αλλά η γλώσ­σα μας δη­μιουρ­γεί ε­θι­σμούς και μα­νιέ­ρες στους κοι­νω­νούς της. Ανά­με­σα σε μια χλια­ρή πε­ρι­γρα­φή γι’ αυ­τό που ι­σχύει σή­με­ρα και στη γκρο­τέ­σκ ρη­το­ρι­κή πε­ρί δι­κτα­το­ρίας και γε­νο­κτο­νιών (α­κού­γο­νται αυ­τές οι λέ­ξεις πο­λύ συ­χνά) υ­πάρ­χουν πολ­λές άλ­λες δυ­να­τό­τη­τες. Το ρι­ζο­σπα­στι­κό ή­θος δεν πρέ­πει να συγ­χέε­ται με τη μο­νό­το­νη δια­κή­ρυ­ξη ε­μπό­λε­μων κα­τα­στά­σεων. Για­τί κα­τά βά­θος οι άν­θρω­ποι, α­κό­μα και ό­σοι βρί­σκο­νται σε κα­τά­στα­ση θυ­μού, δεν α­να­ζη­τούν πλέ­ον πε­ρισ­σό­τε­ρους λό­γους για να θυ­μώ­νουν ή για να εί­ναι «αρ­παγ­μέ­νοι»: ο κοι­νω­νι­κός και ψυ­χι­κός χρό­νος έ­χει με­τα­βλη­θεί α­πό το 2011 και το 2012. Και αυ­τό άλ­λω­στε πά­ει να α­ξιο­ποιή­σει με τους δι­κούς του ό­ρους ο Αντώ­νης Σα­μα­ράς με την ι­στο­ρία πε­ρί success story και νέ­ας ψυ­χο­λο­γίας. Το δε­σπό­ζον ε­ρώ­τη­μα εί­ναι πλέ­ον οι ό­ροι και οι δυ­να­τό­τη­τες μιας α­να­συ­γκρό­τη­σης της κοι­νω­νι­κής ζωής πέ­ρα φυ­σι­κά α­πό κά­θε λο­γι­κή ε­πι­στρο­φής στην ψευ­δή «κα­νο­νι­κό­τη­τα» των χρό­νων του 2000.

Με­γά­λο πο­σο­στό του λα­ού προ­σβλέ­πει στον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για να α­να­τρέ­ψει το μνη­μό­νιο και τις συ­νέ­πειές του, πράγ­μα αυ­τό κα­θε­αυ­τό πο­λύ σο­βα­ρό. Αυ­τό, ως κε­ντρι­κό κα­θή­κον, ι­στο­ρι­κό, εί­ναι λο­γι­κό να κυ­ριαρ­χεί στην πο­λι­τι­κή της ρι­ζο­σπα­στι­κής α­ρι­στε­ράς. Υπάρ­χει, ω­στό­σο, έ­να ζή­τη­μα μή­πως –μι­λώ­ντας ξα­νά για τα φυ­σιο­γνω­μι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά– ο­δη­γη­θεί σε μο­νο­μέ­ρεια; Πώς θα μπο­ρού­σε να α­πο­φευχ­θεί αυ­τό;

Όλα τα πα­ρα­πά­νω έ­χουν ά­με­ση σχέ­ση και με την υ­πό­θε­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και της προο­πτι­κής του. Κα­τά τη γνώ­μη μου, η ε­πι­κέ­ντρω­ση στο α­ντι-μνη­μό­νιο ή­ταν πα­ρα­γω­γι­κή πο­λι­τι­κά μέ­χρι και τις προ­η­γού­με­νες ε­κλο­γές. Η ά­νο­δος της νε­ο­να­ζι­στι­κής α­κρο­δε­ξιάς και η δια­σπο­ρά α­ντι­μνη­μο­νια­κών φω­νών προς τις πιο α­πί­θα­νες και γρα­φι­κές κα­τευ­θύν­σεις, ε­πι­βάλ­λει και­ρό τώ­ρα μια στο­χα­στι­κή προ­σαρ­μο­γή: την έμ­φα­ση σε αυ­τό που θέ­λεις πλέ­ον να ε­πι­τύ­χεις ως Αρι­στε­ρά και ό­χι σε ό­λα ό­σα α­πο­δεί­χτη­καν κα­κά. Με μια λέ­ξη: προ­τε­ραιό­τη­τα στις δι­κές σου κα­τα­φά­σεις, στο δι­κό σου ί­χνος αλ­λα­γών και ό­χι πλέ­ον στο να ζω­γρα­φί­ζεις με με­λα­νά χρώ­μα­τα τις ευ­θύ­νες των άλ­λων για την παι­δεία, την υ­γεία, το κρά­τος. Αυ­τή η στο­χα­στι­κή προ­σαρ­μο­γή δεν έ­χει κα­μιά σχέ­ση με μια α­φε­λή ά­πο­ψη που υ­πο­βαθ­μί­ζει τη ση­μα­σία των Μνη­μο­νίων τα ο­ποία συ­νι­στούν, πέ­ρα α­πό ε­πι­μέ­ρους ση­μεία, «αρ­χι­τε­κτο­νι­κά» υ­πο­δείγ­μα­τα για την α­να­διάρ­θρω­ση μέ­σω υ­πο­τί­μη­σης. Πα­ρα­φρά­ζο­ντας τον Ινγκράο θα έ­λε­γα ό­τι ε­δώ και και­ρό το «α­ντι­μνη­μο­νια­κό» δεν αρ­κεί. Ού­τε η α­να­βίω­ση μιας συν­θη­μα­το­λο­γίας η ο­ποία με­τα­τρέ­πει το έ­θνος και ο­λό­κλη­ρο σχε­δόν τον ελ­λη­νι­κό λαό σε θύ­μα­τα μιας συλ­λο­γι­κής τι­μω­ρίας α­πό την πλευ­ρά των ε­λίτ και της τρόι­κας. Πο­λύ α­πλά διό­τι μπο­ρεί κά­ποιος να βρί­ζει την Μέρ­κελ και την τρόι­κα και συγ­χρό­νως να α­δια­φο­ρεί πα­γε­ρά για τις Νέες Μα­νω­λά­δες, να αρ­νεί­ται με­τά βδε­λυγ­μίας έ­ναν α­ντι­ρα­τσι­στι­κό νό­μο ή να φα­ντα­σιώ­νε­ται την α­ντι­κα­τά­στα­ση του «κοι­νο­βου­λίου των κλε­φτών» α­πό μια ο­μά­δα σο­φών κε­φα­λών του έ­θνους με τη συμ­με­το­χή και των αρ­χη­γών των τριών ό­πλων! Να, για πα­ρά­δειγ­μα, οι τε­λευ­ταίες δη­λώ­σεις Πο­λύ­δω­ρα που στο ό­νο­μα του α­ντι-τροϊκα­νού με­τώ­που νο­μι­μο­ποιούν τη «συ­νεν­νό­η­ση» με τη Χρυ­σή Αυ­γή.

Θα πει κά­ποιος: ό­λα αυ­τά μή­πως ο­δη­γούν σε μια ρι­ζο­σπα­στι­κή Αρι­στε­ρά που δεν θα εί­ναι και τό­σο ρι­ζο­σπα­στι­κή, που θα με­τα­το­πί­ζε­ται προς το «κέ­ντρο»; Ξέ­ρε­τε την ά­πο­ψή μου γι’ αυ­τό το θέ­μα α­πό την αρ­θρο­γρα­φία μου στην «Αυ­γή». Επι­μέ­νω, λοι­πόν, ό­τι σε κά­θε χώ­ρα του δυ­τι­κού πο­λι­τι­κού κύ­κλου, έ­νας ο­ρι­σμέ­νος εν­διά­με­σος χώ­ρος έ­χει δο­μι­κή θέ­ση. Δεν α­πο­τε­λεί, ό­πως πι­στεύουν πολ­λοί, πο­λι­τι­κή α­ντα­νά­κλα­ση των ε­ξα­σφα­λι­σμέ­νων με­σαίων στρω­μά­των, ο­πό­τε αν λό­γω κρί­σης τα με­σο­στρώ­μα­τα «στρι­μώ­χνο­νται», παύει και ο εν­διά­με­σος χώ­ρος να έ­χει λό­γο ύ­παρ­ξης. Η ε­κτί­μη­ση πε­ρί μιας πό­λω­σης που ε­ξα­φα­νί­ζει τους εν­διά­με­σους υ­πο­τι­μά το βά­θος της ε­ξα­το­μί­κευ­σης αλ­λά και τις ση­μα­ντι­κές αλ­λα­γές στις κουλ­τού­ρες και στα ή­θη ό­λων των στρω­μά­των και ό­χι α­πλώς των μι­κρο­α­στι­κών ή ε­κεί­νων που δια­θέ­τουν α­κό­μα πό­ρους. Πο­λύ α­πλά υ­πάρ­χει έ­νας κό­σμος που δεν α­να­γνω­ρί­ζε­ται στον μαρ­ξο­γε­νή α­ντι­κα­πι­τα­λι­σμό ού­τε στις α­ντι­λή­ψεις πε­ρί συλ­λο­γι­κής δρά­σης και στους ε­σω­τε­ρι­κούς κώ­δι­κες της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς. Εί­ναι έ­νας κό­σμος που δεν κα­τε­βαί­νει στο δρό­μο, συγ­χρό­νως ό­μως α­ντι­λαμ­βά­νε­ται πολ­λά α­πό τα δει­νά της ση­με­ρι­νής κα­τά­στα­σης των πραγ­μά­των. Εί­ναι έ­νας κό­σμος, τέ­λος, ο ο­ποίος διεκ­δι­κεί­ται τό­σο α­πό δη­μο­κρα­τι­κές ό­σο και α­πό α­ντι­δη­μο­κρα­τι­κές έ­ξεις, δια­σχί­ζε­ται α­πό πα­νι­κούς α­πώ­λειας αλ­λά και α­πό ε­πι­θυ­μίες για την εύ­ρε­ση μιας νέ­ας ι­σορ­ρο­πίας στην α­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νη ζωή του. Η Αρι­στε­ρά δεν γί­νε­ται λι­γό­τε­ρο ρι­ζο­σπα­στι­κή αν α­να­γνω­ρί­σει την πε­ρι­πλο­κό­τη­τα των στά­σεων και των η­θών. Αν α­να­γνω­ρί­σει ε­ντέ­λει ό­τι μια κοι­νω­νία, α­κό­μα και στις φά­σεις της με­γά­λης ύ­φε­σης, δια­θέ­τει δια­φο­ρο­ποιη­μέ­νους η­θι­κούς και πο­λι­τι­στι­κούς κώ­δι­κες. Δεν πρέ­πει, άλ­λω­στε, να ξε­χνά­με ό­τι ό­σο και αν η κρί­ση έ­φτια­ξε «μέ­τω­πα», την ί­δια στιγ­μή ε­ξέ­θρε­ψε και τους κα­τα­κερ­μα­τι­σμούς και τις ο­ρι­ζό­ντιες διαι­ρέ­σεις. Για αυ­τό και ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ χρειά­ζε­ται συγ­χρό­νως έ­ναν λό­γο μέ­ρι­μνας για τη συ­νο­χή της κοι­νω­νίας αλ­λά και για έ­να modus vivendi με α­ντί­πα­λες ή με α­πο­κλί­νου­σες α­πό τη δι­κή του ερ­μη­νείες του δη­μό­σιου συμ­φέ­ρο­ντος. Μια α­ρι­στε­ρή κυ­βερ­νη­τι­κή δυ­να­μι­κή προϋπο­θέ­τει τό­σο τις έλ­λο­γες συ­γκρού­σεις με πο­λι­τι­κές ε­πι­λο­γές ό­σο και την ορ­γά­νω­ση συ­ναι­νέ­σεων και μορ­φών πα­ρα­γω­γι­κής πο­λι­τι­κής συ­νύ­παρ­ξης. Ανά­με­σα σε έ­ναν α­κραίο πραγ­μα­τι­σμό, ο ο­ποίος α­γνο­εί τις το­μές α­ξιών και τα­ξι­κών α­να­φο­ρών, και σε έ­ναν ι­δε­ο­λο­γι­σμό, ο ο­ποίος βλέ­πει την κοι­νω­νία ως κοι­νω­νι­κό κί­νη­μα, ως μια «με­γά­λη πλα­τεία», ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ μπο­ρεί να προ­χω­ρή­σει σε μια δια­φο­ρε­τι­κή λο­γι­κή. Του­λά­χι­στον αυ­τό θα εί­χε εν­δια­φέ­ρον αν υ­πο­θέ­σου­με ό­τι κά­ποια και­νού­ρια ε­πει­σό­δια της κρί­σης δεν αλ­λά­ξουν άρ­δην τα δε­δο­μέ­να…

Τρίτη 9 Ιουλίου 2013

Ν.Ξυδάκης:Ιδιωτική ξιπασιά, δημόσια δαπάνη

Αν γυρέψουμε να βρούμε μια παραδειγματική ιστορία σπατάλης και αστόχαστης πολιτικής, που να εμπεριέχει τα περισσότερα συμπτώματα της malaise grecque, της ελληνικής νόσου του 1990 και 2000, αρκεί ένα πέρασμα από τη Βασιλίσσης Σοφίας. Αρκεί μια ματιά στο Μέγαρο Μουσικής: καταρχάς σε ό,τι είναι ορατό και υπέργειο, στο απροσδιορίστου αρχιτεκτονικής ταυτότητας κτίριο-μνημείο με τα τεράστια μπανερ στην πρόσοψη. Ενα ογκώδες, επιβλητικό, μάλλον βλοσυρό τοπόσημο, πλάι στις καθαρές μοντερνιστικές γραμμές του Γκρόπιους επί της Αμερικανικής Πρεσβείας.Ενα κτίριο εξωστρεφές και ενδοστρεφές ταυτόχρονα, δημόσιο και ιδιωτικό, αμφίσημο, όπως ακριβώς ήταν και το Μέγαρο ως οργανισμός. Ιδιωτικά γούστα με δημόσιο χρήμα· ανοιχτό κατ’ ανάγκην και κατά σύμβασιν, αλλά επιλεκτικό, ημίκλειστο, κατ΄ουσίαν. Το όραμα, η ενεργητικότητα και το καπρίτσιο ενός ανθρώπου, ενός ντιλετάντε, που καλλιμάχεια εσίκχαινε πάντα τα δημόσια, εκδήλως τη δημοσιότητα, κυρίως δε τον δημόσιο έλεγχο και τη λογοδοσία, πλην όμως δεν έχθαιρε το δημόσιο χρήμα, απεναντίας το θεωρούσε αυτοδικαίως κτήμα, εργαλείο και μέσο του πεφωτισμένου για την διαπαιδαγώγηση των μαζών, όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν.Το Μέγαρο, ως δοχείο όπερας και υψηλού πολιτισμού, ήταν η κλίση και η κλήση του Χρήστου Λαμπράκη, η αποστολή και το έργο του. Και χτίστηκε, στη διάρκεια πολλών δεκαετιών, για να υπηρετήσει αυτό το όραμά του. Ηταν ανιδιοτελής, κατά τεκμήριον, και αφιέρωσε όλες τις δυνάμεις και την επιρροή του για τον σκοπό του: έναν ναό για την όπερα και την κλασική μουσική.Η Αθήνα πράγματι χρειαζόταν ένα υψηλών προδιαγραφών κτίριο για να στεγάσει τις παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και τις συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, μεταξύ άλλων. Ωστόσο το Μέγαρο δεν σχεδιάσθηκε με τους δημόσιους καλλιτεχνικούς οργανισμούς κατά νου· στην πράξη, και παρά τη συμβατική του υποχρέωση, το Μέγαρο δεν φάνηκε ποτέ φιλόξενο ή φιλικό προς την ΕΛΣ και την ΚΟΑ. Ο Οργανισμός του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, εντελώς ανεξάρτητος και αδέσμευτος, σχεδίαζε και υλοποιούσε τη δική του πολιτική πολιτισμού, εντελώς αποκομμένη από οποιονδήποτε εθνικό σχεδιασμό και ανάγκη. Ετσι, η ΕΛΣ παρέμεινε στο νοίκι, στο ταπεινό θέατρο Ολύμπια της οδού Ακαδημίας, ενώ η ΚΟΑ έκανε πρόβες στα υπόγεια του Ωδείου Αθηνών, επίσης με νοίκι.Η διοίκηση του Μεγάρου, παρά την απόλυτη εξάρτηση από το ελληνικό Δημόσιο για το κτιριακό του πρόγραμμα και την παχυλή ετήσια επιχορήγηση, σχεδίαζε και δρούσε ως ανεξάρτητο πριγκιπάτο. Ορθώς, μέχρι ένα σημείο: ποιος υπουργός Πολιτισμού και ποια κρατική γραφειοκρατία θα μπορούσαν να συντηρήσουν με συνέπεια και συνέχεια μια πολιτική για το Μέγαρο; Από την άλλη, η ιδιωτική διοίκηση του κρατικοδίαιτου ΟΜΜΑ επολιτεύετο βάσει των πεποιθήσεων και εντέλει του προσωπικού γούστου , και όχι βάσει κοινώς αποδεκτών κριτηρίων και κανόνων. Καλό γούστο ομολογουμένως, και ακριβό: προσανατολισμένο κυρίως στις μετακλήσεις αστέρων και διάσημων συνόλων, και σε ολίγες πολυδάπανες παραγωγές.Το ζενίθ του Μεγάρου συνέπεσε με τη μέθη της ισχυράς Ελλάδος και τη χρηματοπιστωτική φούσκα· σχετικά εύκολα η διοίκησή του προσείλκυσε μεγάλες χορηγίες από τις τράπεζες και τις μεγάλες εταιρείες· στην πραγματικότητα, σάρωνε τις εταιρικές χορηγίες και άφηνε ψίχουλα για όλους τους υπόλοιπους.Είπαμε: το Μέγαρο ήταν χρήσιμο, υπό άλλους όρους λειτουργίας ενδεχομένως. Οχι όμως και η δεύτερη φάση του, η εξωφρενική κτιριακή επέκτασή του υπογείως, καμουφλαρισμένη ως συνεδριακό κέντρο για απορροφηθούν κοινοτικοί πόροι και δανεισμός από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Για να γίνει αυτή η επέκταση, με αισθητική μεταξύ ταφικού μνημείου και ξενοδοχείου του Ντουμπάι, απαιτήθηκε ένας υπέρογκος δανεισμός από το ελληνικό δημόσιο, ύψους 245 εκατ. ευρώ. Δύο διαδοχικές κυβερνήσεις της ισχυράς Ελλάδος έσπευσαν να συνδράμουν, το 2003, με φόντο τους Ολυμπιακούς,και το 2007, λίγο πριν από τη χρεοκοπία. Σήμερα, η πτωχευμένη Ελλάς αδυνατεί να εξυπηρετήσει τα δάνεια, και το άλλοτε ευκλεές, σνομπ Μέγαρο αδυνατεί να πληρώσει μισθούς. Σήμερα η Αθήνα διαθέτει δύο μεγάλες σύγχρονες σκηνές όπερας στη Β. Σοφίας, που αδυνατεί να συντηρήσει· και σε λίγο χρόνο άλλη μία υπέρλαμπρη στο Φάληρο, με την υπογραφή Ρέντσο Πιάνο, η οποία όμως δεν δαπανά δημόσιο χρήμα.Και τώρα; Τώρα κινδυνεύει να χαθεί όποιο συμβολικό κεφάλαιο σωρεύθηκε επί δύο δεκαετίες, και να απαξιωθεί όλο το συγκρότημα, εφόσον δεν βρεθεί ένα μοντέλο βιώσιμο και λειτουργικό, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο. Τουλάχιστον, ας διδαχθούμε πικρά για την απληστία και την ξιπασιά, ιδιωτική και δημόσια.

Σάββατο 6 Ιουλίου 2013

Διπολική διαταραχή ή ανεπίτρεπτος λαικισμός ή υποθήκη πολυγλωσσίας;

Ο Γ.Μηλιός είναι υπεύθυνος οικονομικής του Συριζα.Ταυτόχρονα ιδρυτής και διευθυντής περιοδικού "Θέσεις".

Για το κεντρικό αίτημα του Συριζα "παραγωγική ανασυγκρότηση" ο Γ.Μηλιός έχει δύο τελείως διαφορετικές θέσεις ταυτόχρονα!Μάλιστα ως διευθυντής των θέσεων ασκεί μια οξεία κριτική στον υπεύθυνο του οικονομικού προγράμματος.

6 /6/2013
Μοναδική λύση αποτελεί ο σχηματισμός κυβέρνησης της Αριστεράς που άμεσα θα προχωρήσει στην κατάργηση του μνημονίου της καταστροφής, για τη δημοκρατική αναγέννηση και την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. -Πηγή

6/7/2013
Μια ιδεοληψία που σπέρματά της βρίσκουμε και σε σημερινές θέσεις μέσα στην Αριστερά, θέσεις που μιλάνε για την πρωτοκαθεδρία της «παραγωγικής ανασυγκρότησης», της «σωτηρίας της χώρας από την καταστροφή» πριν προχωρήσουμε σε «σοσιαλιστικό μετασχηματισμό». Μια φάση «ουδέτερη» η οποία θα αποκαταστήσει τις «φυσιολογικές ισορροπίες» που ανέτρεψε ο νεοφιλελευθερισμός, ώστε να μπορέσει να ξεκινήσει η «σοσιαλιστική μετάβαση».Πηγή

Επειδή μάλλον δεν πρόκειται για διπολική διαταραχή, ούτε φηνό λαικισμό , μάλλον αποτελεί υποθήκη πολλαπλών αναγνώσεων, πλαστικών ρητορικών σχημάτων οι οποίες θα χρησιμεύσουν για την παραλλαγή του fast track αντιμνημονίου σε δημαρική απαγκίσρτωση.

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Γ.Προκοπάκη:Οποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του να το πει

Πηγή:Face book :Μεταρρυθμιστική Αριστερά

Ας πούμε πως...Έχω μια εταιρεία που κάνει μελέτες για το δημόσιο. Το 2011 η εταιρεία μου είχε τζίρο €1.5 εκατ. Μένουν και €200 χιλιάδες προς διανομήν (δηλαδή στη δική μου τσέπη, εκτός της αμοιβής των υπηρεσιών που παρέσχον στην εταιρεία). Μια χαρά την έβγαζα! Έλα μου ντε - κρίση γαρ - που ο τζίρος του 2012 πέφτει στα €150 χιλ. Τα νοίκια, φως, νερό, τηλέφωνο ίδια. Γραμματεία και λογιστήριο λίγο-πολύ τα ίδια. Εκεί που η εταιρεία κάλυπτε 20 μισθούς στελεχών των 50 χιλ ετησίως, άφηνε και μια 200-250άρα για μένα, ξαφνικά, λόγω της άτιμης της τρόικας και της πολιτικής της, μετά βίας βγαίνουν τρεις μισθοί στελεχών των €30 χιλιάδων. Είχα και κάτι ψιλοδάνεια ως εταιρεία, οπότε βράστα!Τι να κάνω; Θυμάμαι τον δικηγόρο που με είχε υπερασπιστεί σε μια υπόθεση πριν από καμιά 10αριά χρόνια (τίποτε σοβαρό, κάποιο τσούρνεμα €1.5 εκατ δημόσιου χρήματος από τον υπουργό που μου έδινε μελέτες), τον βρίσκω, τα λέμε και ως αείποτε αριστεροί βρίσκουμε τη λύση στο πίτσι-φυτίλι. Γίνομαι Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος κρατικού οργανισμού.Η εταιρεία μου μπορεί να πάει καλλιά της. Άλλως τε, με μπλοκάκι είχα τον κόσμο. Άσε που όλο και κάνα λούκι θ' ανοίξει για καμιά δουλειά. Εμείς και η αριστερά ν6α κερδίζουμε, οι άλλοι να πάνε να , πούλεγε κι ο Θωμάς Μητρόπουλος.Ο δικηγόρος-πολιτικός που λέγαμε, δεν είναι πια με τα κόζια. Κρύος ιδρώτας με λούζει! Γαμώ το μου, τώρα βρήκε κι αυτός να κάνει τη στραβή! Του μιλάω! Μην ανησυχείς, μου λέει. Εσύ πήρες αξιοκρατικά τη θέση: και προμηθευτής του δημοσίου ήσουν, άρα ήξερες από δημόσιο, και μανατζαραίος ήσουν και από outsourcing ξέρεις (είδες τα μπλοκάκια;). Θα μείνεις. Αν θελήσουν να σε βγάλουν για να βάλουν κάποιον πολιτικό, θα σηκώσω επανάσταση. Το κράτος της δεξιάς δεν μπορεί να κάνει διώξεις αριστερών τον 21ο αιώνα.Ησύχασα. Όλα είναι μια χαρά! Η κρίση θα περάσει, το success story του Σαμαρά σαν αληθινό μου φαίνεται.Όποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του στα παραπάνω ας το πει.

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Μ.Βαρδή:Ο λυγμός του Γ.Καραμπελιά

Πηγή:Dimocracy in crisis

Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι ιδιαίτερη περίπτωση στον νεοελληνικό πνευματικό κόσμο. Όχι γιατί έχει γράψει πολλά βιβλία, όχι γιατί αρθρογραφεί καθημερινά, όχι γιατί ηγείται πολιτικών κινημάτων ή εκδοτικών προσπαθειών όσο γιατί πάντα επέλεγε να είναι εναλλακτικός απέναντι στα κυρίαρχα ρεύματα της κάθε εποχής. Θυμάμαι ότι ήταν από τους ελάχιστους που, στην εποχή της παντοδυναμίας του Α. Παπανδρέου, διαμόρφωσε μία δομική κριτική του φαινομένου ΠΑΣΟΚ (αργότερα έμαθα ότι τη δεκαετία του ’70 ήταν επίσης από τους ελαχίστους που «μετέφεραν» εν Ελλάδι το αριστερό ρεύμα του ιταλικού εργατισμού και της αυτό-οργάνωσης, ό,τι πιο πρωτότυπο για εκείνη την περίοδο). Η εναλλακτική του σκέψη εξελίχθηκε με τα χρόνια, και-δυστυχώς για κάποιους- έφθασε μέχρι την «συστράτευση» με την αντι-παγκοσμιοποίηση του μακ. Χριστόδουλου και το άνοιγμα στην Ορθοδοξία.

Το τελευταίο του βιβλίο «Η αποστασία των Διανοουμένων» (Εναλλακτικές Εκδόσεις, σελ. 318) είναι ένα πυκνογραμμένο κείμενο με το πάντοτε γοητευτικό ύφος παρουσίασης του συγγραφέα. Προσπαθεί να εντοπίσει τις ιδεολογικές αιτίες της σημερινής παρακμής της Ελλάδας και αναπόφευκτα ασχολείται με την πορεία του Στ. Ράμφου, την ιστορική αποδομητική («εθνομηδενιστική», την χαρακτηρίζει ο ίδιος) σχολή των Αντ. Λιάκου και Πασχ. Κιτρομηλίδη), τους αρχαιολάτρες και δυνάμει «νέο- ναζιστές» του Δαυλού, τον «νέο-Οθωμανισμό» του Χρ. Γιανναρά, μέχρι και την εμπορική επιτυχία του μπεστ σέλερ «Αυτοκρατορία» των Χαρτ και Νέγκρι.

Ο Γ. Καραμπελιάς δεν είναι ελιτιστής («προσωπικώς, προτιμώ να συνδιαλέγομαι με το συνωμοσιολογικό πόπολο, που φέρει μέσα του τον ιερό σπόρο της αντίστασης, παρά να συναγελάζομαι με ανακτορικούς», σελ. 71), και αυτό του πιστώνεται. Χωρίς μακρά θητεία στην Ορθόδοξη σκέψη, εντούτοις ορθά επισημαίνει το πόσο κακό έχει κάνει η πρόκριση μίας εσχατολογικής θεολογίας σε βάρος της εδώ και τώρα βίωσης του Μυστηρίου από την Εκκλησία. Αυτή η τάση δεν είναι μεμονωμένη, αλλά συνδυάζεται με ανάλογες διαφυγές, είτε προς μία υπερμοντέρνα Αμερική και Δυτικό κόσμο (Ράμφος), είτε προς μία φυλετική και βιολογική Παν-Ελλάδα της χαμένης Ατλαντίδας και των Εξωγήινων (Δαυλός, Λιακόπουλος), είτε προς έναν Οθωμανισμό (Γιανναράς), ικανό να μας βγάλει από τα σημερινά μας αδιέξοδα. Πρόκειται για «εύκολες ιδεολογικές λύσεις» που δεν κουράζουν τον μεταμοντέρνο Έλληνα, δεν του κοστίζουν τίποτα, δεν του ζητούν τίποτα και, τελικά, δεν του λένε τίποτα.

Ο συγγραφέας εντοπίζει σ’ αυτά τα φαινομενικά διακριτά ρεύματα την κοινή τους συνισταμένη: και αυτή είναι η συστηματικά καλλιεργημένη εδώ και χρόνια τάση της «απο-εδαφικοποίησης», της απορρόφησης στη σχετικότητα του μεταμοντερνισμού, που δεν ενδιαφέρεται για Πολιτική, δεν ενδιαφέρεται για δράση, βοηθά στην κατανάλωση και στην ευμάρεια, διασκεδάζοντας τα κόμπλεξ κατωτερότητας του νέου Έλληνα.

Πολλές σελίδες αφιερώνονται στην «αποδομητική» ιστοριογραφία των Λιάκου και Κιτρομηλίδη, ακριβώς για να δειχθεί η προσπάθεια επιλεκτικής ανάγνωσης της Ιστορίας και η μέχρι του σημείου της διαστρέβλωσης απόπειρα να απομονωθούν περίοδοι του νέου Ελληνισμού ή κάποιες απ’ αυτές να απαξιωθούν (αίφνης, ο Ρήγας Φεραίος δεν εκδίδει τον «χιλιαστικό» Αγαθάγγελο, αλλά είναι μόνο ο δυτικόφιλος πολιτειακός οραματιστής και μόνο, αναλόγως ο νεοελληνικός Διαφωτισμός εισάγεται τα τελευταία προεπαναστατικά ή τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, και δεν υπήρχε ίχνος του παλαιότερα, ή η ιδέα της Ελευθερίας και της Ισότητας πιστώνεται μόνο στις επιρροές της Γαλλικής Επανάστασης και διαγράφονται με μία μονοκοντυλιά αιώνες επαναστάσεων και θυσιών των σκλαβωμένων Ελλήνων- που και αυτοί, για την εν λόγω ιστοριογραφία, δεν ήταν και Έλληνες, αλλά Οθωμανοί υπήκοοι) Αυτή η μεταμοντέρνα «αριστερή» ιστοριογραφία πριμοδοτείται πλουσιοπάροχα από ερευνητικά κέντρα και διάφορα κονδύλια, στοχεύει σε μία «δήθεν μοντέρνα» αντιμετώπιση της νεοελληνικής ταυτότητας, καθίσταται μονοπωλιακή για δεκαετίες και τελικά «τα βρίσκει» με την παγκοσμιοποιητική μετάλλαξη του (πρώην Κομμουνιστή, Πλατωνικού και Ορθοδόξου Ράμφου), με την απεμπόλιση του «εδάφους» και του «κράτους» από τον «οθωμανικά αυτοκρατορικό» Γιανναρά, με τις «κιτσαρίες» των αρχαιολατρών που εξίσου βρίζουν το νεοελληνικό κράτος ως «μπολσεβίκικο και εβραιόφιλο», με την εγκατάλειψη του «τοπικού» και «εδαφικού προλεταριάτου» από τους Χαρτ και Νέγκρι.

Το κοινωνικό υποκείμενο αναζητείται πλέον στην «εαυτότητα» και στον ψυχολογισμό, σε «φανταστικές κοινότητες», στην «άσαρκη» εσχατολογική Ορθοδοξία, στη «νέο-Οθωμανική συμπολιτεία», ή στον πολυμήχανο και πολυσχιδή νέο εργαζόμενο της Παγκοσμιοποίησης. Μετά απ’ όλα αυτά πως αλήθεια μπορεί να περιμένει κανείς κάτι από τον ελληνικό λαό; Πράγματι. Η εν λόγω προπαγάνδα είναι ισχυρή και διαρκής.

Κλείνω με μία παρατήρηση: αυτό που κριτικά βλέπω στον Γ. Καραμπελιά δεν είναι η εξίσου ιδεολογική του πρόσδεση σε αντι- παγκοσμιοποιητικές τοπικότητες όσο το γεγονός ότι όλα αυτά που πολύ σωστά επισημαίνει και περιγράφει, τελικά δηλώνουν μία γενικότερη πτώχευση των μεγάλων ιδεολογιών/ αφηγήσεων. Αυτό είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Ο νέος ανθρωπολογικός τύπος, απαθής, σχετικιστικός, καταναλωτής, αμόρφωτος, είναι δημιούργημα όλων των παραπάνω αλλά είναι και ο δημιουργός τους. Είμαστε ολοένα και περισσότερο μάρτυρες μίας νέας Εποχής, που θυμίζει Μεσαίωνα και Σκοτεινούς Χρόνους. Όμως μία τέτοια παραδοχή θα έκλεινε άπαξ και διαπαντός το θέμα του πολιτικο- κοινωνικού ακτιβισμού.

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Δυό λόγια για την ΕΡΤ




Πηγή:ΙΣΚΡΑ
Του ΑΠ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ*

Η «υπόθεση ΕΡΤ» ήταν εξ αρχής και παραμένει πολιτικό ζήτημα και όχι μια μεταρρυθμιστική προσπάθεια την οποία επιχειρεί να ματαιώσει η αντιπολίτευση, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση. Όλα τα άλλα περί «αμαρτωλής ΕΡΤ» είναι άνοστες σάλτσες. Ο μόνος αμαρτωλός στην περίπτωση της ΕΡΤ, όπως και σε κάθε Δημόσιο Οργανισμό, είναι η εκάστοτε κυβέρνηση και η σημερινή. Αυτές διόριζαν, αυτές ήλεγχαν, αυτές επέβαλλαν το καθεστώς λειτουργίας της ΕΡΤ. Όταν υπάρχει χρηστή Διοίκηση ο υπάλληλος που δεν τηρεί τους κανόνες τιμωρείται. Μένει ασύδοτος μόνο όταν η Διοίκηση το επιτρέπει-για να καλύψει δικές της ατασθαλίες.Το πολιτικό ζήτημα στην «υπόθεση ΕΡΤ» έχει τρεις τουλάχιστον πλευρές: Την ενδοκυβερνητική, τουςσυσχετισμούς μεταξύ των τριών κομμάτων. Την οικονομική, δηλαδή τους καναλάρχες που θέλουν να αρπάξουν ότι μπορούν από τον πλούτο της ΕΡΤ, από τις συχνότητες και το αρχείο, την ακίνητη περιουσία της και ότι άλλο. Η τρίτη πλευρά είναι η άμεση ανάμιξη της Γερμανίας και των Βρυξελλών σε μια θεωρητικώς εσωτερική μας υπόθεση. Αυτή η τρίτη πλευρά είναι προφανώς η πιο σημαντική. Διότι ένα καθαρά, υποτίθεται, εσωτερικό θέμα μετατράπηκε εν μια νυκτί σε ευρωπαϊκό αλλά και διεθνές αν συνυπολογίσουμε το ενδιαφέρον μεγάλων αμερικανικών εφημερίδων όπως οι Ν.Υ. Τάϊμς. Δυο σημαντικά στοιχεία προέκυψαν από την κρίση, αποκλειστικό δημιούργημα των «ιδιοφυών» χειρισμών του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος. Το πρώτο είναι ότι ένα απαλό φύσημα αέρα ήταν αρκετό για να κλονιστεί η κυβερνητική σταθερότητα. Λέω απαλό επειδή οι δυο κυβερνητικοί εταίροι θέλουν πάση θυσία να αποφύγουν τις εκλογές γιατί γνωρίζουν ότι ο ένας τουλάχιστον (ίσως και οι δυο…) δεν θα μπουν στη Βουλή. Οι κυβερνητικοί χειρισμοί επέτρεψαν στους δυο εταίρους να απειλήσουν την κυβέρνηση αν και ήταν σε θέση απόλυτης αδυναμίας. Η σκέψη ήταν ότι ο πρωθυπουργός μπορούσε να απειλήσει τους δυο εταίρους με εκλογές.Αλλά αυτό το όπλο δεν το είχε. Σύμπασα η «Ευρώπη» προειδοποίησε ότι επιθυμεί «σταθερότητα»,δηλαδή όχι εκλογές. Η επιλογή των εκλογών δεν βρίσκεται στην Αθήνα, δεν έχει τέτοιο δικαίωμα η κυβέρνηση Σαμαρά. Εκλογές θα γίνουν όταν το επιτρέψουν οι Βρυξέλλες. Αυτό σημαίνει να είσαι προτεκτοράτο. Η εναλλακτική λύση είναι να γίνουν εκλογές με ισχυρή λαϊκή πίεση, ήττα της κυβέρνησης και πτώση της. Τέτοια πίεση δεν ασκήθηκε. Το τρίτο, ουσιώδες, σημείο που αποκαλύφθηκε είναι πως όχι μόνο η κυβέρνηση τρίζει αλλά και η γερμανική κυριαρχία στην Ελλάδα είναι ετοιμόρροπη, φτερό στον άνεμο. Επειδή βασίζεται σε ασθενή κυβέρνηση χωρίς στοιχειώδες λαϊκό έρεισμα-πχ ο Ερντογάν διαθέτει (και ισχυρή) λαϊκή βάση για να αντιμετωπίσει τους αντιπάλους του. Η Μέρκελ έκανε απροκάλυπτη (πανικόβλητη, θα έλεγα) παρέμβαση κλείνοντας αστραπιαία ένα ακόμα ραντεβού με τον κ. Σαμαρά ενώ ο Σόϊμπλε δήλωσε ότι θα έρθει στην Ελλάδα. Οι κινήσεις αυτές υποδηλώνουν ότι η Γερμανία είδε καθαρά πως η «υπόθεση ΕΡΤ» άνοιγε το δρόμο για εξελίξεις δυσμενείς για τα συμφέροντά της, πχ εκλογές στην Αθήνα, προ των γερμανικών, και πτώση της εξαρτημένης σημερινής κυβέρνησης.Η ΕΡΤ, όπως και η ΔΕΠΑ, είναι πτυχές που φωτίζουν φευγαλέα τις αδιαφανείς συγκρούσεις στο τρίγωνο ΗΠΑ-Ρωσία-ΕΕ/Γερμανία για την κυριαρχία/κατοχύρωση/διεκδίκηση του ελληνικού χώρου, ενταγμένου στην ευρεία διαφιλονικούμενη περιοχή από τα Βαλκάνια ως τη Μ. Ανατολή, Τουρκία κλπ. Η κυβέρνηση το έχει αντιληφθεί και παίζει σε ένα μόνο χαρτί. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει ότι έχει καν αντιληφθεί αυτή, την απολύτως καθοριστική, διάσταση για την τύχη της χώρας, τη δική του τύχη και τη μοίρα της Αριστεράς που κρατάει στα χέρια του αυτή τη στιγμή. Η ΕΡΤ, η ΔΕΠΑ, το Μεταναστευτικό και τόσα άλλα θέματα, θέτουν και επαναθέτουν φορτικά ένα και μόνο ζήτημα, το ζήτημα της αποκατάστασης της εθνικής αξιοπρέπειας, της εθνικής ανεξαρτησίας, το μόνο θέμα που μπορεί και να ενώσει και να εμπνεύσει τον κόσμο.Στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο οι τρεις αναζητούν νέα ισορροπία με τον κ. Σαμαρά να τάζει ανασχηματισμούς και υπουργικές θέσεις, κάτι σαν λαγούς με πετραχήλια, αλλά να εμμένει στα περί της ΕΡΤ-γράφω Τετάρτη πρωί. Θα εξαρτηθεί από τους απολυμένους/ εργαζόμενους, εν πολλοίς, η κάθε εξέλιξη. Υπό τον όρο ότι δεν θα μείνουν μόνοι και δεν θα σκορπίσουν. Αν δεν τεθεί ευθέως το πολιτικό ζήτημα, ανατροπής της κυβέρνησης, και μείνει ως συνδικαλιστική διεκδίκηση, το τέλος δεν προοιωνίζεται ευτυχές. Εννοείται ότι τα περί μεταρρυθμίσεων είναι θλιβερές αστειότητες. Αν υπήρχε τέτοια πρόθεση θα είχε φανεί σε προηγούμενες περιπτώσεις Δημόσιων Οργανισμών. Και πάντως, έστω τώρα, δεν θα μίλαγαν μόνο για απολύσεις αλλά για ένα στοιχειώδες σχέδιο με αιτιολογημένη πρόβλεψη για τον αριθμό των υπαλλήλων (συνολικά και ανά κατηγορία/ειδικότητα), προϋπολογισμό κλπ. Τα προτεκτοράτα, όμως, δεν αναλαμβάνουν τέτοια βάρη.ΥΓ. Εργάστηκα σχεδόν τρεις δεκαετίες στην ΕΡΤ ως δημοσιογράφος/παρουσιαστής/παραγωγός του Δελτίου Ειδήσεων και πολιτικών εκπομπών. Γνωρίζω κάπως το θέμα της ΕΡΤ. Γνωρίζω, επίσης, ότι το σύνολο των εργαζομένων στην ΕΡΤ στον τομέα της Ενημέρωσης, διακρίνεται από εξαιρετική αυτοπειθαρχία, σπάνια στον Δημόσιο Τομέα. Υποχρεωτικά αφού το «προϊόν», το Δελτίο Ειδήσεων, οφείλει να είναι έτοιμο στην ώρα του, με ακρίβεια δευτερολέπτου.Τετάρτη 19 Ιουνίου 2013

Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013

A.Παπαγιαννίδης: Ο κίνδυνος της πειθαρχίας

Πηγή: Protagon


Το πιο βαρύ – και το πιο επικίνδυνο, εντέλει – θα ήταν αυτή η διαχείριση, αυτού του είδους η διαχείριση να πετύχει. Αναφερόμαστε (φυσικά) στην «τύπου EL-AL» επιλογή για κλείσιμο της ΕΡΤ και (υποτίθεται, να δούμε, το πώς/το πότε/το με ποιους) ξανάνοιγμά της σε εντελώς νέα βάση. Προσπαθώντας να καταλάβουμε πώς το είδαν και που το πάνε στην Κυβέρνηση κάνοντας αυτήν την επιλογή – και παραμερίζοντας τις προσεγγίσεις περί πολιτικού παιχνιδιού, περί φλερτ με πρόωρες εκλογές «εκκαθάρισης του τοπίου», περί θέσεως των απρόθυμων εταίρων της συγκυβέρνησης ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ ενώπιον της πραγματικότητας, ακόμη-ακόμη αφήνοντας κατά μέρος και τις απόψεις περί «υποταγής στα κελεύσματα της Τρόικας» και τα συναφή – βρεθήκαμε μπροστά σε μια στάση που πάει πολύ παραπέρα. Επικίνδυνα, θα λέγαμε!

Πρόκειται για μια στάση που ήδη την έχουμε εισπράξει με την αναμέτρηση με την πολιτικά/συνδικαλιστικά αυτοκτονική εκείνη απεργία της ΟΛΜΕ/των καθηγητών μέσα στις εξετάσεις, όπου η Κυβέρνηση με την επιστράτευση και με τον συνολικό χειρισμό κυριολεκτικά έβγαλε τους «απέναντι» εκτός παιδιάς. Η στάση αυτή, με μια κοφτή διατύπωση, περιγράφεται ως εξής: «Θα πειθαρχήσουμε την κοινωνία».

Το ότι η ΕΡΤ δυσλειτουργούσε, επί δεκαετίες, ήταν γνωστό και συνειδητοποιημένο. Απ’ όλους. Ακόμη και απ’ αυτούς που θα διαφωνήσουν μ΄ αυτό που μόλις γράψαμε, ακόμη και από εκείνους που έχασαν –κυριολεκτικά- το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Το ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες – η διαβόητη ΠΟΣΠΕΡΤ, αλλά και η ακόμη πιο τραγική φιγούρα που λέγεται ΕΣΗΕΑ και που μερίμνησε ώστε το μαύρο καρέ της ΕΤ-1/ΝΕΤ/ΕΤ-3 να επεκταθεί σε blackout ειδήσεων σ’ όλα τα Μέσα – οδήγησαν με άσφαλτο κριτήριο τους ανθρώπους «τους» στον γκρεμό, συνειδητοποιείται ομοίως. Βάρβαρα, δε. Το ότι η γλώσσα του ανεκδιήγητου εκείνου «Κυβερνητικού Εκπροσώπου» όταν ανακοίνωνε την πολιτική απόφαση για την ΠΝΠ εκκαθάρισης του τοπίου επέλεξε (αποκλείεται να ξέφυγε!...) να καθυβρίσει ανθρώπους – γιατί και της ΕΡΤ ο κόσμος είναι άνθρωποι: δεν έχουν κανένα, μα κανένα απολύτως, δικαίωμα περισσότερο από το 1.350.000 των ανέργων, αλλά έχουν όλο το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια που έχει ο καθένας – όταν αυτοί έχαναν με diktat την δουλειά τους, ήταν γλώσσα υπόκωφου και αυτάρεσκου αυταρχισμού, θα κατασταλάξει ακόμη και στους πιο αδιάφορους.

Ακόμη πιο ουσιαστικά: το ότι η ΕΡΤ ουδέποτε υπήρξε δημόσια τηλεόραση – κρατική ήταν, και με κομματοκρατούμενο το Κράτος ήταν κομματική. με παρεοκρατούμενο το Κράτος υπήρξε παρεϊκή – ήταν επίσης κάτι που συνειδητοποιήθηκε. Από πολύ παλιά. Γι αυτό άλλωστε και, όταν ξεκίνησε η ιδιωτική τηλεόραση («ελεύθερη» την είπαν κάποτε!) η ΕΡΤ κυριολεκτικά κατέρρευσε. Για να μην ξανασηκωθεί. Παρ’ όλες τις οάσεις – υπαρκτές, αλλά ανεπαρκείς – ποιότητας που φιλοξένησε. Τέλος, το ότι οι δημοσιογράφοι, όλοι οι δημοσιογράφοι έχουμε γίνει βαθύτατα ενοχλητικοί και αντιπαθητικοί, έχουμε ταυτισθεί με το άσχημο πρόσωπο της εξουσίας/των εξουσιών, κι αυτό – θέλουμε, δεν θέλουμε! – θα το συνειδητοποιήσουμε
«Ορθώς», λοιπόν, έχει επιλεγεί από την Κυβέρνηση αυτό το μέτωπο αντιπαράθεσης. Άμα όμως έτσι πετύχει «να πειθαρχήσει την κοινωνία», τότε θα έχει πετύχει ό,τι το πιο επικίνδυνο: θα έχει αποδείξει ότι μόνο με την προσέγγιση του αυταρχισμού και της επιβολής (του δικού της, κι όχι του «δικού τους» αυταρχισμου, της δικής τους και όχι της «δικού τους» επιβολής) μπορούν να περπατήσουν τα πράγματα στην Ελλάδα.
Αυτοκαταστροφικό. Αλλά και ξεθεμελιωτικό για μας, τους υπολοίπους.