“'Ενταση επικράτησε έξω απο το κτίριο της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης στον Ταύρο πρίν απο τις εσωτερικές εξετάσεις του υπ. οικονομικών για την ανάδειξη καινούργιων ελεγκτών στις εφορίες .”
Στις 10 το πρωί έδιναν εξετάσεις οι υπάλληλοι του υπουργείου οικονομικών για τη νεοσύστατη υπηρεσία "ελεγκτών, βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης εσόδων του κράτους".
Μέλη της ομοσπονδίας εφοριακών είχαν συγκεντρωθεί έξω από το κτίριο όπου διεξάγονταν οι εξετάσεις και εμπόδιζαν συναδέλφους του να μπουν και να πάρουν μέρος στη διαδικασία.
Μετά την παρέμβαση των ΜΑΤ οι εξετάσεις έγιναν τελικά αλλα απο τους 870 υπαλλήλους που είχαν δηλώσει υποψηφιότητα για να μετάσχουν στις εξετάσεις, μόνο 100- 150 άτομα τελικά μπήκαν στο κτίριο.
Οι υπόλοιποι στη θέα των επεισοδίων αλλά και των αστυνομικών δυνάμεων αποχώρησαν.
πηγή: NewsKosmos.Com/news.pathfinder.gr
Σχόλιο LLS
Οποιος βρει κόμμα της δεξιάς η της αριστεράς, φορέα, συνδικάτο που να πάρει θέση για το ζήτημα ας μου γράψει..........
Οι πιο καλοπληρομένοι ΔΥ δεν θέλουν και πετυχαίνουν να διαλύσουν εξετάσεις αξιολόγησης
Ποια κομματα ποιες ιδεες τους εμπνέουν; Όλα
Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012
Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012
Καλως ήρθαμε στο 1936
Δεν μπορεί κάτι περίεργο συμβαίνει:
Πρώτον κατάγεται από την Πάδουα όπου γεννήθηκε και ένας φασίστας΄.
Δεύτερον ήταν "κύρηκας"
Τρίτον συναναστρεφόταν καθηγητές ξένων γλωσσών, κάτι που μoιάζει με κάτι γκρούπες της CIA
Τέταρτον δεν του αρνήθηκαν την βίζα στις ΗΠΑ
Μα είναι προφανές έχει σχέσεις με την CIA........
Ο μεγαλύτερος κήρυκας του "άτακτου παρτιζάνικου πολέμου" στην Ιταλία (και στη Γαλλία) είναι ο καθηγητής Αντόνιο Νέγκρι, ο οποίος, όπως ο νεοφασίστας Φρέντα, κατάγεται κι αυτός από την Πάδουα. Ο Νέγκρι, μαζί με το Ρενάτο Κούρτσο και άλλους ηγέτες των "Ερυθρών Ταξιαρχιών", έδρασε για πολύν καιρό στο Παρίσι, δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν, κι έγινε ο "άνθρωπος" των Γάλλων "νέων φιλοσόφων". Ο οργανωτικός πυρήνας της ομάδας Νέγκρι περιστρέφεται γύρω από την παρισινή σχολή εκμάθησης ξένων γλωσσών "Υπερίων". Το περιβάλλον θυμίζει εκείνο μέσα στο οποίο δρούσαν ελεύθερα ο "Κύκνος" και άλλοι πράκτορες της ΣΙΑ την περίοδο του "παρισινού Μάη". Το περίεργο είναι ότι ο Νέγκρι έπαιρνε ανεμπόδιστα βίζες εισόδου στις ΗΠΑ. Η φήμη του σαν απολογητή των "ανταρτών των πόλεων" δεν ενόχλησε καθόλου τις αμερικανικές αρχές, οι οποίες σχεδόν αυτόματα αρνούνται να χορηγήσουν βίζες στους εκπροσώπους των κομμουνιστικών κομμάτων, τα οποία κατηγορούν για "υπονομευτικές προθέσεις".
Για ολική επιστροφή στο 1930 εδώ
Πρώτον κατάγεται από την Πάδουα όπου γεννήθηκε και ένας φασίστας΄.
Δεύτερον ήταν "κύρηκας"
Τρίτον συναναστρεφόταν καθηγητές ξένων γλωσσών, κάτι που μoιάζει με κάτι γκρούπες της CIA
Τέταρτον δεν του αρνήθηκαν την βίζα στις ΗΠΑ
Μα είναι προφανές έχει σχέσεις με την CIA........
Ο μεγαλύτερος κήρυκας του "άτακτου παρτιζάνικου πολέμου" στην Ιταλία (και στη Γαλλία) είναι ο καθηγητής Αντόνιο Νέγκρι, ο οποίος, όπως ο νεοφασίστας Φρέντα, κατάγεται κι αυτός από την Πάδουα. Ο Νέγκρι, μαζί με το Ρενάτο Κούρτσο και άλλους ηγέτες των "Ερυθρών Ταξιαρχιών", έδρασε για πολύν καιρό στο Παρίσι, δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν, κι έγινε ο "άνθρωπος" των Γάλλων "νέων φιλοσόφων". Ο οργανωτικός πυρήνας της ομάδας Νέγκρι περιστρέφεται γύρω από την παρισινή σχολή εκμάθησης ξένων γλωσσών "Υπερίων". Το περιβάλλον θυμίζει εκείνο μέσα στο οποίο δρούσαν ελεύθερα ο "Κύκνος" και άλλοι πράκτορες της ΣΙΑ την περίοδο του "παρισινού Μάη". Το περίεργο είναι ότι ο Νέγκρι έπαιρνε ανεμπόδιστα βίζες εισόδου στις ΗΠΑ. Η φήμη του σαν απολογητή των "ανταρτών των πόλεων" δεν ενόχλησε καθόλου τις αμερικανικές αρχές, οι οποίες σχεδόν αυτόματα αρνούνται να χορηγήσουν βίζες στους εκπροσώπους των κομμουνιστικών κομμάτων, τα οποία κατηγορούν για "υπονομευτικές προθέσεις".
Για ολική επιστροφή στο 1930 εδώ
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012
Greek Rider: Arbeit Macht Frei
Πρώτη δημοσίευση και σχόλια Greek Rider
Η έκφραση"Arbeit Macht Frei" (η εργασία απελευθερώνει) ήταν τοποθετημένη στην είσοδο του Άουσβιτς αλλά και σε όλα τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτή η σκέψη που οδήγησε τους ναζί να "σηκώσουν" αυτή την ταμπέλα σε όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι και σήμερα η ίδια σκέψη που είναι τοποθετημένη στο κέντρο και στην ουσία του καπιταλισμού, ο οποίος τόσο πολύ τρέφεται από την παραγωγικότητα της εργασίας.
Έτσι δεν θα πρέπει να κάνει σε κανέναν εντύπωση που πλέον οι εργαζόμενοι θα κερδίζουν λιγότερα από 500 ευρώ κάθε μήνα μαζί με δύο σφαλιάρες του αφεντικού.
Από σήμερα οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούν πλέον να πληρώσουν το ενοίκιό τους και τη διατροφή τους ταυτόχρονα τον ίδιο μήνα.
Αυτό βέβαια δεν είναι αποτέλεσμα του μνημονίου αλλά το αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης της παραγωγικής ικανότητας της χώρας εδώ και κάποιες δεκαετίες, μαζί με τις συνέπειες του ευρώ, της ρεμούλας και του λαϊκισμού των πολιτικών.
Επίσης σήμερα οι επίσημοι άνεργοι ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο σε αριθμό, οι πραγματικοί είναι πιστεύω αρκετά περισσότεροι.
Η Ελλάδα μετατρέπεται σε μια shit-hole δυστοπίας επειδή νόμιζε ότι μπορεί στα πλαίσια του πολύ εξοντωτικού παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας να κρατάει στη μασχάλη της δύο καρπούζια και να πατάει σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ούτε σοσιαλισμός ούτε καπιταλισμός...
Το ελληνικό τερατούργημα ήταν μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι, ούτε φοράδες. Μόνο μουλάρια που δεν γεννούν.
Και τώρα, αφού οι αγορές μας "ξεφόρτωσαν" μέχρι δεκάρας, βρεθήκαμε στο μέσο της καπιταλιστικής ζούγκλας ξεβράκωτοι.
Τώρα θα δει ο απλός και ανυποψίαστος κόσμος τι σημαίνει καπιταλισμός, τι σημαίνει "οργανωσιακή αναδιάρθρωση"και απόλυση, τι σημαίνει να δουλεύεις μόνο και μόνο για να φας, να μετράς τις δεκάρες στο σούπερμάρκετ για ένα γιαούρτι, να χρωστάς 5 ενοίκια και να φοβάσαι ότι θα βρεθείς άστεγος στο δρόμο.
Και δυστυχώς βλέπω ότι η μαλακία συνεχίζεται. Όπως πριν όλοι έβριζαν τον Παπανδρέου (αλλά όχι τον καπιταλισμό), έτσι και τώρα όλοι βρίζουν το μνημόνιο και όχι το ευρώ και τον καπιταλισμό!
Δυστυχώς και η αριστερά με το +40% πλέον, πιστεύω ότι δεν ξέρει τι της γίνεται, εγκλωβισμένη μέσα στις προκαταλήψεις της. Για τους υπόλοιπους δεν το συζητάω καν (ξέρετε το ανέκδοτο με το ΠΑΣΟΚ και τα μικρά κόμματα)....
Εκεί που φτάσαμε σήμερα, έξω από τις αγορές, με τις τιμές ακόμη στα ύψη, και πάνω από 1 εκ ανέργους, για να ζήσουμε και σαν άνθρωποι και σαν χώρα πρέπει να γίνουν τα παρακάτω:
1) Να βγούμε από το ευρώ (έστω και και για ένα διάστημα).
2) Να καταψηφίσει ο λαός τα δύο μεγάλα κόμματα για να αποδείξει ότι ΔΕΝ τα φάγαμε όλοι μαζί, δημιουργώντας τις συνθήκες να αναδειχτούν ταυτόχρονα και πιθανές νέες υγιείς και γενναίες πολιτικές δυνάμεις.
3) Να ανοίξουμε τις κλειστές αγορές αντί να συνεχίσουμε να χτυπάμε τους εργαζόμενους οι οποίοι δεν φταίνε σε τίποτα.
Και εδώ που φτάσαμε δεν αρκεί απλά να ανοίξουν οι κλειστές αγορές αλλά θα πρέπει να ανοίξουν μέχρι ξεχειλώματος, να μπορεί ο κάθε ένας άνεργος χωρίς κανέναν έλεγχο (με μια υπεύθυνη δήλωση π.χ.) να κάνει ό,τι δουλειά του κατέβει και να ανοίγει ό,τι μαγαζί θέλει (το λέω καθ' υπερβολή αλλά όμως κάτι παρόμοιο πρέπει να γίνει). Από ταξί μέχρι αστρολόγος (σημείωση: ο αστρολόγος απαιτείται να έχει ειδικό πτυχίο αστρολογίας από το νόμο αλλιώς σε κλείνουν!).
Οι ιδιοκτήτες ταξί, οι ιδιοκτήτες φορτηγών, οι φαρμακοποιοί με φαρμακεία, οι συμβολαιογράφοι, οι μηχανικοί των δημόσιων έργων και της ρεμούλας, οι συνδικαλιστικές συντεχνίες επαγγελματικών ενώσεων που έχουν μοναδικό σκοπό την εκμηδένιση του μη απασχολούμενου και άλλοι πολλοί παρόμοιοι, θα έπρεπε από την αρχή να είναι ο Μόνος στόχος μιας πολιτικής που αναγκάζεται λόγω ανάγκης να συμπλεύσει με τον νεοφιλελευθερισμό για να επιβιώσει η οικονομία.
Αντίθετα, οι αχρείοι του πολιτικού συστήματος (των γνωστών πρώην μεγάλων κομμάτων) τα έβαλαν με τους πλέον αδύναμους εργαζόμενους κυρίως των 1000 ευρώ.Ηλιθιότητα και αλητεία.
Και η αριστερά χωρίς στόχους, πνιγμένη μέσα στις προκαταλήψεις της, χωρίς γνώση των αγορών και των συνεπειών τους, κοιτάει αποσβολωμένη ελπίζοντας ποτέ να μην χρειαστεί να συγκυβερνήσει, κάτι που θα είχε ως συνέπεια την εξαφάνισή της.
Μετά που θα γίνουν τα παραπάνω που αναφέρω και η χώρα θα σταθεροποιηθεί στο διεθνές ανταγωνιστικό πλαίσιο στοιχειωδώς, τότε να αρχίσουμε (γνωρίζοντας πλέον και τι σημαίνει στην πραγματικότητα καπιταλισμός) να δημιουργούμε τις συνθήκες (ατομικές, κοινωνικές, οικονομικές, διεθνείς) που θα σχεδιάσουν την επιβίωσή μας μακριά από τον καπιταλισμό, αν αυτό τέλος πάντων θέλουμε.
Μέχρι τότε θα πρέπει να διαλέξουμε, ή η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια γαλέρα με δούλους που θα τραβάνε κουπί με αμοιβή ούτε ένα πιάτο φαΐ (μισθοί 500 ευρώ και κάτω και τρελή ανεργία) ή θα πρέπει να απελευθερωθούν οι αγορές και να πατήσουμε στα πόδια μας εκτός ευρώ με μια μη λαϊκιστική πολιτική ηγεσία.
Η έκφραση"Arbeit Macht Frei" (η εργασία απελευθερώνει) ήταν τοποθετημένη στην είσοδο του Άουσβιτς αλλά και σε όλα τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτή η σκέψη που οδήγησε τους ναζί να "σηκώσουν" αυτή την ταμπέλα σε όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι και σήμερα η ίδια σκέψη που είναι τοποθετημένη στο κέντρο και στην ουσία του καπιταλισμού, ο οποίος τόσο πολύ τρέφεται από την παραγωγικότητα της εργασίας.
Έτσι δεν θα πρέπει να κάνει σε κανέναν εντύπωση που πλέον οι εργαζόμενοι θα κερδίζουν λιγότερα από 500 ευρώ κάθε μήνα μαζί με δύο σφαλιάρες του αφεντικού.
Από σήμερα οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούν πλέον να πληρώσουν το ενοίκιό τους και τη διατροφή τους ταυτόχρονα τον ίδιο μήνα.
Αυτό βέβαια δεν είναι αποτέλεσμα του μνημονίου αλλά το αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης της παραγωγικής ικανότητας της χώρας εδώ και κάποιες δεκαετίες, μαζί με τις συνέπειες του ευρώ, της ρεμούλας και του λαϊκισμού των πολιτικών.
Επίσης σήμερα οι επίσημοι άνεργοι ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο σε αριθμό, οι πραγματικοί είναι πιστεύω αρκετά περισσότεροι.
Η Ελλάδα μετατρέπεται σε μια shit-hole δυστοπίας επειδή νόμιζε ότι μπορεί στα πλαίσια του πολύ εξοντωτικού παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας να κρατάει στη μασχάλη της δύο καρπούζια και να πατάει σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ούτε σοσιαλισμός ούτε καπιταλισμός...
Το ελληνικό τερατούργημα ήταν μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι, ούτε φοράδες. Μόνο μουλάρια που δεν γεννούν.
Και τώρα, αφού οι αγορές μας "ξεφόρτωσαν" μέχρι δεκάρας, βρεθήκαμε στο μέσο της καπιταλιστικής ζούγκλας ξεβράκωτοι.
Τώρα θα δει ο απλός και ανυποψίαστος κόσμος τι σημαίνει καπιταλισμός, τι σημαίνει "οργανωσιακή αναδιάρθρωση"και απόλυση, τι σημαίνει να δουλεύεις μόνο και μόνο για να φας, να μετράς τις δεκάρες στο σούπερμάρκετ για ένα γιαούρτι, να χρωστάς 5 ενοίκια και να φοβάσαι ότι θα βρεθείς άστεγος στο δρόμο.
Και δυστυχώς βλέπω ότι η μαλακία συνεχίζεται. Όπως πριν όλοι έβριζαν τον Παπανδρέου (αλλά όχι τον καπιταλισμό), έτσι και τώρα όλοι βρίζουν το μνημόνιο και όχι το ευρώ και τον καπιταλισμό!
Δυστυχώς και η αριστερά με το +40% πλέον, πιστεύω ότι δεν ξέρει τι της γίνεται, εγκλωβισμένη μέσα στις προκαταλήψεις της. Για τους υπόλοιπους δεν το συζητάω καν (ξέρετε το ανέκδοτο με το ΠΑΣΟΚ και τα μικρά κόμματα)....
Εκεί που φτάσαμε σήμερα, έξω από τις αγορές, με τις τιμές ακόμη στα ύψη, και πάνω από 1 εκ ανέργους, για να ζήσουμε και σαν άνθρωποι και σαν χώρα πρέπει να γίνουν τα παρακάτω:
1) Να βγούμε από το ευρώ (έστω και και για ένα διάστημα).
2) Να καταψηφίσει ο λαός τα δύο μεγάλα κόμματα για να αποδείξει ότι ΔΕΝ τα φάγαμε όλοι μαζί, δημιουργώντας τις συνθήκες να αναδειχτούν ταυτόχρονα και πιθανές νέες υγιείς και γενναίες πολιτικές δυνάμεις.
3) Να ανοίξουμε τις κλειστές αγορές αντί να συνεχίσουμε να χτυπάμε τους εργαζόμενους οι οποίοι δεν φταίνε σε τίποτα.
Και εδώ που φτάσαμε δεν αρκεί απλά να ανοίξουν οι κλειστές αγορές αλλά θα πρέπει να ανοίξουν μέχρι ξεχειλώματος, να μπορεί ο κάθε ένας άνεργος χωρίς κανέναν έλεγχο (με μια υπεύθυνη δήλωση π.χ.) να κάνει ό,τι δουλειά του κατέβει και να ανοίγει ό,τι μαγαζί θέλει (το λέω καθ' υπερβολή αλλά όμως κάτι παρόμοιο πρέπει να γίνει). Από ταξί μέχρι αστρολόγος (σημείωση: ο αστρολόγος απαιτείται να έχει ειδικό πτυχίο αστρολογίας από το νόμο αλλιώς σε κλείνουν!).
Οι ιδιοκτήτες ταξί, οι ιδιοκτήτες φορτηγών, οι φαρμακοποιοί με φαρμακεία, οι συμβολαιογράφοι, οι μηχανικοί των δημόσιων έργων και της ρεμούλας, οι συνδικαλιστικές συντεχνίες επαγγελματικών ενώσεων που έχουν μοναδικό σκοπό την εκμηδένιση του μη απασχολούμενου και άλλοι πολλοί παρόμοιοι, θα έπρεπε από την αρχή να είναι ο Μόνος στόχος μιας πολιτικής που αναγκάζεται λόγω ανάγκης να συμπλεύσει με τον νεοφιλελευθερισμό για να επιβιώσει η οικονομία.
Αντίθετα, οι αχρείοι του πολιτικού συστήματος (των γνωστών πρώην μεγάλων κομμάτων) τα έβαλαν με τους πλέον αδύναμους εργαζόμενους κυρίως των 1000 ευρώ.Ηλιθιότητα και αλητεία.
Και η αριστερά χωρίς στόχους, πνιγμένη μέσα στις προκαταλήψεις της, χωρίς γνώση των αγορών και των συνεπειών τους, κοιτάει αποσβολωμένη ελπίζοντας ποτέ να μην χρειαστεί να συγκυβερνήσει, κάτι που θα είχε ως συνέπεια την εξαφάνισή της.
Μετά που θα γίνουν τα παραπάνω που αναφέρω και η χώρα θα σταθεροποιηθεί στο διεθνές ανταγωνιστικό πλαίσιο στοιχειωδώς, τότε να αρχίσουμε (γνωρίζοντας πλέον και τι σημαίνει στην πραγματικότητα καπιταλισμός) να δημιουργούμε τις συνθήκες (ατομικές, κοινωνικές, οικονομικές, διεθνείς) που θα σχεδιάσουν την επιβίωσή μας μακριά από τον καπιταλισμό, αν αυτό τέλος πάντων θέλουμε.
Μέχρι τότε θα πρέπει να διαλέξουμε, ή η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια γαλέρα με δούλους που θα τραβάνε κουπί με αμοιβή ούτε ένα πιάτο φαΐ (μισθοί 500 ευρώ και κάτω και τρελή ανεργία) ή θα πρέπει να απελευθερωθούν οι αγορές και να πατήσουμε στα πόδια μας εκτός ευρώ με μια μη λαϊκιστική πολιτική ηγεσία.
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2012
Μπλε Μήλο: Γιατί συμφωνώ με τη στάση πληρωμών
Δημοσιεύω την ανάρτηση από το τυπικό συντηρητικό φιλελεύθερο Μπλε Μήλο γιατί ακριβώς αναδεικνύει την χαμηλή συσχέτιση που έχουν τα πολιτικά επίδικα σε σχέση με τον τυπικο γραμμικό άξονα δεξιά αριστερά.
Το πρόβλημα είναι ότι λόγω του γενικευμένου οικονομισμού και του λαικισμού, τροφοδοτούνται οι εντάσεις με ένα απλό τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ετσι λοιπόν από το πρώτο μνημόνιο μέχρι σήμερα δημιουργήθηκε μια πολιτική ρουτίνα με ένα "μνημονιακό" Πασοκ μια "αντιμνημονιακή αριστερά" και μια "ψευδοαντιμνημονιακή ΝΔ". Η ρουτίνα ήταν βολική.
Σήμερα όμως μετά την κατάρρευση του Λαος δημιουργείται μια αυθεντική ακροδεξιά αντιμνημονιακή παράταξη, ένας ενδιάμεσος αστικός μνημονιακός χώρος και μια σταθερή αντιμνημονιακή αριστερά. Ο αντιμνημονιασμός στη "χυδαία" οικονομίστικη μορφή τελειώνει, καθώς έτσι χωρίς προσημάνσεις και υποδηλώσεις, σωρεύει την ακροδεξιά με την αριστερά.
Ο αριστερός αντιμνημονιασμός για να υπάρξει πρέπει να γίνει "αριστερή διακυβέρνηση μέσω λιτότητας" αλλιώς θα σωρεύει δυνάμεις και στο άλλο τόξο.
Αν και ο ιδεολογικός συντηρητικός φιλελεύθερος χώρος που εκφράζεται στο Μπλε Μήλο είναι περιθωριακός εν τούτοις έχει ενδιαφέρον στην ανάλυση , τι θα γίνει αν πέραν του αριστερού αντιμνημονιακού λόγου, του ακροδεξιού μη οικονομίστικου αντιμνημονιασμού ( δες ανάρτηση LLS ) συγκροτηθεί και ένας αυθεντικός συντηρητικός φιλελεύθερος αντιμνημονιακός πυρήνας.
Πρόκειται ουσιαστικά για το τέλος του χυδαίου αντιμνημονιακού λόγου, παρότι η ιδεολογική επιρροή του αστικού μνημονιακού λόγου είναι στο ναδιρ.
Ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Αρχική ανάρτηση στο Μπλε Μήλο εδω
Σε κάθε οικονομικό ζήτημα οφείλουμε να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις όσον αφορά την ουσία του. Τις τελευταίες μέρες η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται την νέα δανειακή συμφωνία μαζί με το πρόγραμμα συμμετοχής των ιδιωτών η αλλιώς το περίφημο κούρεμα. Οι εκθέσεις της τρόικας λένε πως σε δέκα χρόνια η Ελλάδα θα έχει χρέος ίσο με το 120% του ΑΕΠ. Για να θυμηθούμε το όχι πολύ μακρινό παρελθόν, η Ελλάδα μπήκε στο μνημόνιο με χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ.
Συνεπώς το πρώτο που θα πρέπει να ρωτήσουμε είναι, το κατά ποσό το χρέος γίνεται βιώσιμο μετά την νέα σύμβαση. Και συγκεκριμένο ερώτημα είναι. Πως γίνεται να είναι το χρέος μας βιώσιμο στο 120% αλλά όχι στο 100% του ΑΕΠ όταν με το τελευταίο ποσοστό τεθήκαμε εκτός αγορών? Και αυτό γιατί το ουσιαστικό ζήτημα είναι, η νέα δανειακή να μας ωφελεί περισσότερο αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να την υπογράψουμε.
Κατά την άποψή μου το χρέος δεν είναι βιώσιμο ούτε στο 100%, ούτε στο 120%, συνεπώς η μονή λύση για την χώρα είναι η στάση πληρωμών. Ένα γενναίο κούρεμα του χρέους και η ελπίδα ενός νέου ξεκινήματος με το κράτος να ξοδεύει όσα εισπράττει χωρίς να δημιουργεί νέα χρέη. Οι υποστηρικτές της νέας δανειακής υποστηρίζουν πως θα είμαστε χειρότερα χωρίς την νέα δανειακή σύμβαση επειδή χωρίς ένα νέο δάνειο η χώρα θα χρεοκοπήσει άτακτα και θα αναγκαστεί να βγει από το ευρώ.
Οι υποστηρικτές όμως δεν απαντάνε για την βιωσιμότητα του χρέους. Αν ένα χρέος δεν είναι βιώσιμο τότε είναι σίγουρο πως δεν θα αποπληρωθεί ποτέ. Τα νέα δάνεια απλά θα καθυστερήσουν την αναπόφευκτη χρεοκοπία, η όποια θα έχει πολύ μεγαλύτερα κόστη από ότι η άμεση χρεοκοπία. Επίσης ο φόβος της δραχμής είναι αβάσιμος. Γιατί θα πρέπει η χρεοκοπία να σημαίνει έξοδο από το ευρώ? Με βάση ποια συνθήκη ή ποιο νομικό κείμενο η αθέτηση πληρωμών οδηγεί στην έξοδο από το ευρώ?
Αν εννοούν ότι δεν θα υπάρχει η αναγκαία ρευστότητα για να χρηματοδοτηθεί το πρωτογενές μας έλλειμμα έχουν δίκιο και θα πρέπει η χώρα απότομα να τρέξει πρωτογενές πλεόνασμα. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι κακό αφού ούτως ή άλλως οφείλουμε να τρέξουμε πρωτογενή πλεονάσματα και μάλιστα γρήγορα. Η αποβολή μας από τις αγορές θα επιβάλλει στο κράτος να μάθει να ξοδεύει με όσα εισπράττει και είναι καιρός η δημόσια σπατάλη να μειωθεί όσο περισσότερο γίνεται.
Αυτό θα σημαίνει απολύσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων ότι δηλαδή καταφέρνουν τα κάθε είδους μνημόνια. Θα περιοριστεί αναμφισβήτητα η ζήτηση, ότι δηλαδή καταφέρνουν και τα μνημόνια δεδομένου πως η ζήτηση που βασίζεται στην δημόσια δαπάνη ήταν και είναι προϊόν δανεισμού ο όποιος πρέπει να μειωθεί.
Οι δυσμνενείς συνέπειες θα αυξάνονται κάθε στιγμή που αφήνουμε ένα μη βιώσιμο χρέος να βαρύνεται συνεχώς με νέα δάνεια εν καιρώ ύφεσης. Κάποτε θα έρθει η ανάπτυξη, κάποτε η χώρα θα αρχίσει να βγαίνει από το τούνελ, αλλά το κάποτε είναι πολύ κοντά στο ποτέ. Πόσες χαμένες γενιές όμως θα απαιτηθούν σε μια προσπάθεια που μας δίνει σε δέκα χρόνια από τώρα ένα ακόμη μη βιώσιμο χρέος?
Η λύση της στάσης πληρωμών δεν είναι εύκολη, θα είναι επώδυνη αλλά είναι κατά την άποψη μου αυτή τη στιγμή η λιγότερο κακή από τις εναλλακτικές που μας δίνονται. Όσα μέτρα και να παίρνονται και που θα είναι σκληρότερα κάθε φορά δεν πρόκειται να αποδώσουν από την στιγμή που το χρέος είναι δυσβάστακτο και απορροφά όλη την ρευστότητα της οικονομίας για την αποπληρωμή του. Υπάρχει η κρυφή ελπίδα μερικών για ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ που θα σημαίνει έναν νέο φαύλο κύκλο επιδοτήσεων και απονέκρωση των παραγωγικών δυνάμεων της Ελλάδας όπως έχει αποδείξει η εμπειρία της διεθνούς βοήθειας.
Συνδυάστε επίσης τις προτάσεις των Γάλλο-Γερμανών για φόρους στην χρηματοοικονομία καθώς και την φορολογική εναρμόνιση κάτι που σημαίνει την αδυναμία μας έχουμε ανεξάρτητη πολιτική προσέλκυσης κεφαλαίων και επενδύσεων με πολιτική χαμηλής φορολόγησης.
Αυτό που θα τεθεί μετά την στάση πληρωμών θα είναι η παραγωγή. Ότι δηλαδή θα πρέπει όλοι να κάτσουμε να δουλέψουμε και να παράγουμε προϊόντα και υπηρεσίες που θα είναι ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Μέχρι στιγμής η μεθαδόνη των δόσεων, των χρεών και των επιδοτήσεων κατέστειλε τα παραγωγικά μας κίνητρα κάτι που έγινε φανερό στον μεταπρατισμό των προϊόντων που εισάγαμε αλλά ακόμα και στον μεταπρατισμό της μεταπολιτευτικής πνευματικής παραγωγής.
Καιρός είναι να γεννηθεί η Ελλάδα της παραγωγής και από την παραγωγή θα έρθει η κατανάλωση.
Το πρόβλημα είναι ότι λόγω του γενικευμένου οικονομισμού και του λαικισμού, τροφοδοτούνται οι εντάσεις με ένα απλό τρόπο που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ετσι λοιπόν από το πρώτο μνημόνιο μέχρι σήμερα δημιουργήθηκε μια πολιτική ρουτίνα με ένα "μνημονιακό" Πασοκ μια "αντιμνημονιακή αριστερά" και μια "ψευδοαντιμνημονιακή ΝΔ". Η ρουτίνα ήταν βολική.
Σήμερα όμως μετά την κατάρρευση του Λαος δημιουργείται μια αυθεντική ακροδεξιά αντιμνημονιακή παράταξη, ένας ενδιάμεσος αστικός μνημονιακός χώρος και μια σταθερή αντιμνημονιακή αριστερά. Ο αντιμνημονιασμός στη "χυδαία" οικονομίστικη μορφή τελειώνει, καθώς έτσι χωρίς προσημάνσεις και υποδηλώσεις, σωρεύει την ακροδεξιά με την αριστερά.
Ο αριστερός αντιμνημονιασμός για να υπάρξει πρέπει να γίνει "αριστερή διακυβέρνηση μέσω λιτότητας" αλλιώς θα σωρεύει δυνάμεις και στο άλλο τόξο.
Αν και ο ιδεολογικός συντηρητικός φιλελεύθερος χώρος που εκφράζεται στο Μπλε Μήλο είναι περιθωριακός εν τούτοις έχει ενδιαφέρον στην ανάλυση , τι θα γίνει αν πέραν του αριστερού αντιμνημονιακού λόγου, του ακροδεξιού μη οικονομίστικου αντιμνημονιασμού ( δες ανάρτηση LLS ) συγκροτηθεί και ένας αυθεντικός συντηρητικός φιλελεύθερος αντιμνημονιακός πυρήνας.
Πρόκειται ουσιαστικά για το τέλος του χυδαίου αντιμνημονιακού λόγου, παρότι η ιδεολογική επιρροή του αστικού μνημονιακού λόγου είναι στο ναδιρ.
Ενδιαφέρουσα αντίφαση.
Αρχική ανάρτηση στο Μπλε Μήλο εδω
Σε κάθε οικονομικό ζήτημα οφείλουμε να κάνουμε τις σωστές ερωτήσεις όσον αφορά την ουσία του. Τις τελευταίες μέρες η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματεύεται την νέα δανειακή συμφωνία μαζί με το πρόγραμμα συμμετοχής των ιδιωτών η αλλιώς το περίφημο κούρεμα. Οι εκθέσεις της τρόικας λένε πως σε δέκα χρόνια η Ελλάδα θα έχει χρέος ίσο με το 120% του ΑΕΠ. Για να θυμηθούμε το όχι πολύ μακρινό παρελθόν, η Ελλάδα μπήκε στο μνημόνιο με χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ.
Συνεπώς το πρώτο που θα πρέπει να ρωτήσουμε είναι, το κατά ποσό το χρέος γίνεται βιώσιμο μετά την νέα σύμβαση. Και συγκεκριμένο ερώτημα είναι. Πως γίνεται να είναι το χρέος μας βιώσιμο στο 120% αλλά όχι στο 100% του ΑΕΠ όταν με το τελευταίο ποσοστό τεθήκαμε εκτός αγορών? Και αυτό γιατί το ουσιαστικό ζήτημα είναι, η νέα δανειακή να μας ωφελεί περισσότερο αλλιώς δεν υπάρχει λόγος να την υπογράψουμε.
Κατά την άποψή μου το χρέος δεν είναι βιώσιμο ούτε στο 100%, ούτε στο 120%, συνεπώς η μονή λύση για την χώρα είναι η στάση πληρωμών. Ένα γενναίο κούρεμα του χρέους και η ελπίδα ενός νέου ξεκινήματος με το κράτος να ξοδεύει όσα εισπράττει χωρίς να δημιουργεί νέα χρέη. Οι υποστηρικτές της νέας δανειακής υποστηρίζουν πως θα είμαστε χειρότερα χωρίς την νέα δανειακή σύμβαση επειδή χωρίς ένα νέο δάνειο η χώρα θα χρεοκοπήσει άτακτα και θα αναγκαστεί να βγει από το ευρώ.
Οι υποστηρικτές όμως δεν απαντάνε για την βιωσιμότητα του χρέους. Αν ένα χρέος δεν είναι βιώσιμο τότε είναι σίγουρο πως δεν θα αποπληρωθεί ποτέ. Τα νέα δάνεια απλά θα καθυστερήσουν την αναπόφευκτη χρεοκοπία, η όποια θα έχει πολύ μεγαλύτερα κόστη από ότι η άμεση χρεοκοπία. Επίσης ο φόβος της δραχμής είναι αβάσιμος. Γιατί θα πρέπει η χρεοκοπία να σημαίνει έξοδο από το ευρώ? Με βάση ποια συνθήκη ή ποιο νομικό κείμενο η αθέτηση πληρωμών οδηγεί στην έξοδο από το ευρώ?
Αν εννοούν ότι δεν θα υπάρχει η αναγκαία ρευστότητα για να χρηματοδοτηθεί το πρωτογενές μας έλλειμμα έχουν δίκιο και θα πρέπει η χώρα απότομα να τρέξει πρωτογενές πλεόνασμα. Αλλά αυτό δεν είναι κάτι κακό αφού ούτως ή άλλως οφείλουμε να τρέξουμε πρωτογενή πλεονάσματα και μάλιστα γρήγορα. Η αποβολή μας από τις αγορές θα επιβάλλει στο κράτος να μάθει να ξοδεύει με όσα εισπράττει και είναι καιρός η δημόσια σπατάλη να μειωθεί όσο περισσότερο γίνεται.
Αυτό θα σημαίνει απολύσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων ότι δηλαδή καταφέρνουν τα κάθε είδους μνημόνια. Θα περιοριστεί αναμφισβήτητα η ζήτηση, ότι δηλαδή καταφέρνουν και τα μνημόνια δεδομένου πως η ζήτηση που βασίζεται στην δημόσια δαπάνη ήταν και είναι προϊόν δανεισμού ο όποιος πρέπει να μειωθεί.
Οι δυσμνενείς συνέπειες θα αυξάνονται κάθε στιγμή που αφήνουμε ένα μη βιώσιμο χρέος να βαρύνεται συνεχώς με νέα δάνεια εν καιρώ ύφεσης. Κάποτε θα έρθει η ανάπτυξη, κάποτε η χώρα θα αρχίσει να βγαίνει από το τούνελ, αλλά το κάποτε είναι πολύ κοντά στο ποτέ. Πόσες χαμένες γενιές όμως θα απαιτηθούν σε μια προσπάθεια που μας δίνει σε δέκα χρόνια από τώρα ένα ακόμη μη βιώσιμο χρέος?
Η λύση της στάσης πληρωμών δεν είναι εύκολη, θα είναι επώδυνη αλλά είναι κατά την άποψη μου αυτή τη στιγμή η λιγότερο κακή από τις εναλλακτικές που μας δίνονται. Όσα μέτρα και να παίρνονται και που θα είναι σκληρότερα κάθε φορά δεν πρόκειται να αποδώσουν από την στιγμή που το χρέος είναι δυσβάστακτο και απορροφά όλη την ρευστότητα της οικονομίας για την αποπληρωμή του. Υπάρχει η κρυφή ελπίδα μερικών για ένα νέο σχέδιο Μάρσαλ που θα σημαίνει έναν νέο φαύλο κύκλο επιδοτήσεων και απονέκρωση των παραγωγικών δυνάμεων της Ελλάδας όπως έχει αποδείξει η εμπειρία της διεθνούς βοήθειας.
Συνδυάστε επίσης τις προτάσεις των Γάλλο-Γερμανών για φόρους στην χρηματοοικονομία καθώς και την φορολογική εναρμόνιση κάτι που σημαίνει την αδυναμία μας έχουμε ανεξάρτητη πολιτική προσέλκυσης κεφαλαίων και επενδύσεων με πολιτική χαμηλής φορολόγησης.
Αυτό που θα τεθεί μετά την στάση πληρωμών θα είναι η παραγωγή. Ότι δηλαδή θα πρέπει όλοι να κάτσουμε να δουλέψουμε και να παράγουμε προϊόντα και υπηρεσίες που θα είναι ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Μέχρι στιγμής η μεθαδόνη των δόσεων, των χρεών και των επιδοτήσεων κατέστειλε τα παραγωγικά μας κίνητρα κάτι που έγινε φανερό στον μεταπρατισμό των προϊόντων που εισάγαμε αλλά ακόμα και στον μεταπρατισμό της μεταπολιτευτικής πνευματικής παραγωγής.
Καιρός είναι να γεννηθεί η Ελλάδα της παραγωγής και από την παραγωγή θα έρθει η κατανάλωση.
Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012
Η.Καραβόλιας :Να μην φεύγουμε από τον πυρήνα του Κακού !
Πολύ αρέσκονται στο να υφαίνουν θεωρίες συνωμοσίας από αντεθνικά συμφέροντα που θέλουν την απαξίωση της χώρας. Άλλοι , κολλημένοι με την δογματική αρχή της ελευθερίας των αγορών και τον αντι-κρατισμό, θεωρούν ότι για όλα στον τόπο υπεύθυνη είναι η κατάντια του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ , με την κομματική πελατεία. Αλλά ήμαρτον, μην χάνουμε τον πυρήνα των όσων συμβαίνουν διότι η αρχή του κακού είναι η απορρύθμιση στον χρηματοπιστωτικό κλάδο παγκοσμίως. Η ΚΡΙΣΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ : Αυτό που ζει η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ιρλανδία , η Γαλλία, η Ουγγαρία, η Ρουμανία που οφείλεται ? Και εκεί υπάρχει κομματικός στρατός και υπερτροφικό δημόσιο? Ας αφήσουμε τούτες τις ώρες στην άκρη τον ορθολογικότατο μεν αλλά ανεπίκαιρο αντι-κρατισμό, και ας δούμε τι συμβαίνει γύρω μας.
ΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ,ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ, 100,000 ΔΗΜ. ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΤΙ ΘΑ ΠΑΘΕΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ? Έχουμε συνειδητοποιήσει τί σημαίνει λιγότεροι 100,000 σταθεροί μισθοί, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝΕΠΡΟΚΟΠΩΝ, σε μια αγορά που δεν κινείται ? Σχεδόν όλοι αυτοί οι μισθοί είναι εκχωρημένοι στις τράπεζες για καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια. Έχουμε αντιληφθεί ,τι θα συμβεί αν προστεθούν 100,000 άνεργοι στην χώρα? Πού θα πάει η κατανάλωση, η ζήτηση, η αγοραστική κίνηση?
Αυτά έπρεπε να γίνουν στην άνθηση της οικονομίας ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ να γίνουν μόλις βγούμε από την ύφεση. Τώρα είναι επικίνδυνο και θα έχει αντίκτυπο στον ιδιωτικό τομέα και στην όποια υγιή ‘αγορά’ απέμεινε. Ας μην περιμένουμε την δήθεν ευελιξία στην ιδιωτική αγορά εργασίας, λόγω πτώσης μισθών και κόστους παραγωγής. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΟΡΑΤΟ ΧΕΡΙ : είναι ορατό και εμφανέστατό ! Είναι το μακρύ χέρι των τραπεζών ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ως προέκταση του μεγάλου χεριού των διεθνών καρτέλ στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΟΝΟΜΑΤΑ! Δεν υπάρχει καρτέλ μόνο στο γάλα, στο ψωμί, στο στάρι: ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ, και μάλιστα δεν είναι ένα ! Εδρεύουν μεταξύ Μανχάταν και Λονδίνου, και προσφάτως γεννήθηκαν και άλλα( Σανγκάη, Μόσχα) .
Έχω γράψει για αυτά τα μπλοκ που ρυθμίζουν την δημιουργία και κυκλοφορία ‘ιδιωτικού χρήματος’ στις οθόνες των αγορών και αφαιρούν πραγματικό χρήμα από την πραγματική οικονομία ,την παραγωγή, την απασχόληση .
Αυτά τα ισχυρά χρηματοπιστωτικά συμφέροντα ,που χρόνια τώρα πήραν το πάνω χέρι στην παγκόσμια οικονομία ,είναι πιο ισχυρά από πολιτικούς, βιομηχάνους, πετρελαιάδες και άλλους ισχυρούς παραγωγούς πλούτου.
Ας μην ξεχνάμε την πηγή του κακού : ελεύθερες αγορές δεν σημαίνει ασύδοτες συμπεριφορές και συνέργιες πλουτισμού των ισχυρών, από την τιτλοποίηση του παγκόσμιου χρέους που οι ίδιοι δημιουργούν πιστώνοντας τις κοινωνίες, έμμεσα και άμεσα….
ΑΝ ΣΗΜΕΡΑ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ,ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ, 100,000 ΔΗΜ. ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ, ΕΧΟΥΜΕ ΑΝΤΙΛΗΦΘΕΙ ΤΙ ΘΑ ΠΑΘΕΙ Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ? Έχουμε συνειδητοποιήσει τί σημαίνει λιγότεροι 100,000 σταθεροί μισθοί, ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΑΝΕΠΡΟΚΟΠΩΝ, σε μια αγορά που δεν κινείται ? Σχεδόν όλοι αυτοί οι μισθοί είναι εκχωρημένοι στις τράπεζες για καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια. Έχουμε αντιληφθεί ,τι θα συμβεί αν προστεθούν 100,000 άνεργοι στην χώρα? Πού θα πάει η κατανάλωση, η ζήτηση, η αγοραστική κίνηση?
Αυτά έπρεπε να γίνουν στην άνθηση της οικονομίας ΚΑΙ ΠΡΕΠΕΙ να γίνουν μόλις βγούμε από την ύφεση. Τώρα είναι επικίνδυνο και θα έχει αντίκτυπο στον ιδιωτικό τομέα και στην όποια υγιή ‘αγορά’ απέμεινε. Ας μην περιμένουμε την δήθεν ευελιξία στην ιδιωτική αγορά εργασίας, λόγω πτώσης μισθών και κόστους παραγωγής. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΟΡΑΤΟ ΧΕΡΙ : είναι ορατό και εμφανέστατό ! Είναι το μακρύ χέρι των τραπεζών ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, ως προέκταση του μεγάλου χεριού των διεθνών καρτέλ στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου, ΚΑΙ ΕΧΟΥΝ ΟΝΟΜΑΤΑ! Δεν υπάρχει καρτέλ μόνο στο γάλα, στο ψωμί, στο στάρι: ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ, και μάλιστα δεν είναι ένα ! Εδρεύουν μεταξύ Μανχάταν και Λονδίνου, και προσφάτως γεννήθηκαν και άλλα( Σανγκάη, Μόσχα) .
Έχω γράψει για αυτά τα μπλοκ που ρυθμίζουν την δημιουργία και κυκλοφορία ‘ιδιωτικού χρήματος’ στις οθόνες των αγορών και αφαιρούν πραγματικό χρήμα από την πραγματική οικονομία ,την παραγωγή, την απασχόληση .
Αυτά τα ισχυρά χρηματοπιστωτικά συμφέροντα ,που χρόνια τώρα πήραν το πάνω χέρι στην παγκόσμια οικονομία ,είναι πιο ισχυρά από πολιτικούς, βιομηχάνους, πετρελαιάδες και άλλους ισχυρούς παραγωγούς πλούτου.
Ας μην ξεχνάμε την πηγή του κακού : ελεύθερες αγορές δεν σημαίνει ασύδοτες συμπεριφορές και συνέργιες πλουτισμού των ισχυρών, από την τιτλοποίηση του παγκόσμιου χρέους που οι ίδιοι δημιουργούν πιστώνοντας τις κοινωνίες, έμμεσα και άμεσα….
Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2012
Κ.Τσουκαλάς: Η έκρηξη της «μεταμικρομεσαίας κοινωνίας
Πηγή:"Το Βημα " 25/1
Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, γράφει ο Σταύρος Λυγερός, είναι ο κύκλος της μικρομεσαίας θάλασσας. Αυτόν ακριβώς τον κύκλο περιγράφει, ανατέμνοντας τις τύχες του, καταγγέλλοντας την απόληξή του και αναλύοντας το «κοινωνικό συμβόλαιο» που τον θεμελίωσε. Ο χαρακτηρισμός είναι, νομίζω, απολύτως εύστοχος. Και σε ό,τι με αφορά προσωπικά, είναι επίσης και ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος. Θυμάμαι ότι όταν, το 1984, πριν από είκοσι οχτώ χρόνια, είχα γράψει ένα απαισιόδοξο άρθρο με τίτλο «Η δομή της απασχόλησης και το μικρομεσαίο θαύμα», οι αντιδράσεις της αισιόδοξης τότε Κεντροαριστεράς και Αριστεράς υπήρξαν ομόφωνα επικριτικές.
Αισθάνομαι λοιπόν διπλά ευχαριστημένος που ο συγγραφέας του βιβλίου μού έκανε την τιμή να μου ζητήσει να μιλήσω γι' αυτό. Πρώτον, εξ αντικειμένου, επειδή πιστεύω ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικό, πρωτότυπο, καλογραμμένο και σε πολλά σημεία αποκαλυπτικό. Και δεύτερον, εξ υποκειμένου, επειδή οι ενδελεχείς αναλύσεις του Σταύρου Λυγερού φαίνεται να επιβεβαιώνουν πολλά απ' όσα ήδη τότε φοβόμουν, δίχως βέβαια να μπορώ να προβλέψω τη θεαματικά απρόσμενη πορεία τους.
Ετσι, θα επικεντρωθώ στον μικρομεσαίο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που φαίνεται να πνέει τα λοίσθια. Εν μια νυκτί, μια Ελλάδα που κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει τι ακριβώς «ήταν» καλείται να μεταμορφωθεί σε «κάτι» του οποίου τη βιωσιμότητα κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί. Πρέπει, μας λένε όλοι, να προσαρμοστούμε. Η χώρα μας πρέπει να γίνει σαν τις «άλλες». Ο χαμένος παράδεισος των οκνηρών και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα ανιδιοτελών και υπεύθυνων πολιτών. Μαζί με τη σκηνή που αλλάζει, νέα πρόσωπα και προσωπεία και νέοι υποβολείς πρέπει να κάνουν την εμφάνισή τους. Exit ο παράλογος αυτάρεσκος νεοορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, enter ο ορθολογικός καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας.
Με αυτή την έννοια, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι επικοινωνιακό, πολιτιστικό, ιδεολογικό και ηθικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων, των πιστωτών της και των απανταχού θεατών, η χώρα καλείται να ζητήσει κατανόηση, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για όλα εκείνα για τα οποία, καλώς ή κακώς, είχε συνηθίσει να επαίρεται.
Τα κριτήρια της μεταμόρφωσης παραμένουν όμως ανομολόγητα. Κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμητή αλλαγή συνεπάγεται πως την ίδια στιγμή που πρέπει να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλο-ιδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», πρέπει να απαξιώνονται με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση οι «ευτελείς και ανορθολογικές μικρο-ιδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Οπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες.
Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Θέτω το ζήτημα αποκλειστικά και μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να συνδυάζει τα καλά και των δύο αυτών κόσμων. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους είναι βέβαια αδύνατον να εισέλθω, είναι γεγονός ότι η χώρα μπόρεσε να διογκώνει συνεχώς το εισόδημά της δίχως ταυτόχρονα να εξελίσσεται με βάση τις δυτικές προδιαγραφές. Οπως υπογραμμίζει ο Λυγερός, για πολλές δεκαετίες, οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Και έτσι ακριβώς δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την οικοδόμηση των εθνικών μας ψευδαισθήσεων. Η πρόσβαση στη γη της καπιταλιστικής επαγγελίας φαίνονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των παραδοσιακών προκαπιταλιστικών δομών. Αυτό ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».
Στο πλαίσιο αυτό, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμη και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό ότι το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού. Την ίδια εποχή, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνούσαν το 35%, οι περισσότεροι από τους οποίους εργάζονταν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Η απόκλιση σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου το μισθωτό σώμα φθάνει ή ξεπερνά το 90% ή ακόμη και το 95% του ενεργού πληθυσμού, φαίνεται λοιπόν τεράστια. Απομένει το 25% που απασχολείται στον κατασυκοφαντημένο ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το ποσοστό αυτό δεν είναι όμως αφ' εαυτού μεγάλο.
Είναι σαφές ότι η ιδιαιτερότητα της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στο μέγεθός της αλλά στην άνευ όρων κυριαρχία της σε μια κοινωνία που δεν παρέχει «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής εργασίας. Σφραγίζοντας τους όρους της εξαρτημένης εργασίας εν γένει, η δημόσια απασχόληση αφήνεται να επιβάλλει την ιδιαίτερη συστημική λογική της σε ολόκληρη την κοινωνία. Και υπό τους όρους αυτούς η λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας στο σύνολό της παραμένει ατελής.
Πάνω σε αυτή τη βάση διαμορφώθηκαν οι κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας και μαζί με αυτές οι ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Πράγματι, με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργάνωνε την επιβίωσή του μέσα από αυτοσχέδιες και ανεξάρτητες δραστηριότητες σε συνδυασμό με προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση. Οι δύο αυτοί άξονες δεν εμφανίζονταν όμως διαζευκτικοί αλλά συμπληρωματικοί. Ως «οιονεί επιχείρηση», η πυρηνική οικογένεια προγραμμάτιζε την κοινή της στρατηγική επιβίωση προσπαθώντας να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες.
Οι προεκτάσεις είναι γνωστές σε όλους. Η εκ πρώτης όψεως ακατανόητη εμμονή στη διατήρηση της ιδιοκτησίας των συχνά ακαλλιέργητων αγροτικών κλήρων, η συστηματική πολυαπασχόληση, η θεμελιώδης «αντασφαλιστική» λειτουργία της οικογενειακής αλληλεγγύης και ο φετιχοποιημένος προγραμματισμός της εκπαίδευσης με κύριο στόχο την απασχόληση ενός τουλάχιστον μέλους της οικογένειας στο Δημόσιο δεν είναι παρά όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που είχα κάποτε ονομάσει «πολυσθένεια».
Στο πλαίσιο αυτό, οι παρενέργειες που επισύρουν την ομόφωνη μήνη των ορθοφρονούντων εκσυγχρονιστών εμφανίζονται αναπόφευκτες, ίσως μάλιστα και νομοτελειακές. Θα αναφερθώ μόνο στην εκτεταμένη μικροδιαφθορά, το αναποτελεσματικό πελατειακό κράτος από το οποίο όλοι κρύβονται και ταυτόχρονα όλοι προσδοκούν ανταλλάγματα, τη συστηματική φοροδιαφυγή, την άνθηση την υπόγειας οικονομίας που υπολογίστηκε σε 30% - 40% του ΑΕΠ και την κατίσχυση «τζαμπατζήδικων» μορφών συμπεριφοράς. Αυτά ακριβώς είχε στο κεφάλι του ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν κατήγγειλε το «κατεστημένο» στο όνομα των «μη προνομιούχων μικρομεσαίων». Και επάνω στην ίδια βάση θεμελιώθηκε ο πασοκικός μικρομεσαίος λαϊκισμός. Είναι γεγονός ότι το σύνθημα που επινόησε ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στη νεοελληνική ιδιαιτερότητα. Οι μικρομεσαίες κοινωνίες εκτρέφουν μικρομεσαίες ιδεοληψίες.
Το δράμα είναι ότι, όπως όλα τα θαύματα, έτσι και το ελληνικό μικρομεσαίο θαύμα είχε ημερομηνία λήξεως. Αν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90 και πέρα η έκρηξη του συστήματος εμφανιζόταν πιθανή, δέκα χρόνια μετά ήταν ίσως αναπόφευκτη. Με αυτή την έννοια, η τρέχουσα κρίση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιταχύνει και να οξύνει τις έρπουσες αντιφάσεις. Μολονότι το οριστικό «τέλος εποχής» εμφανίστηκε σε άμεση συνάρτηση με τη δημοσιονομική εκτροπή και την έκρηξη του δημοσίου χρέους και παγιώθηκε ως αποτέλεσμα των εσφαλμένων, αλυσιτελών ή ακόμη και εγκληματικών χειρισμών των πολιτικών ηγεσιών, οι ρίζες αυτού του «τέλους» βρίσκονται στην αντικειμενική αδυναμία του κοινωνικού συστήματος να αναπαραχθεί ανταγωνιστικά όπως και οι «άλλες» καπιταλιστικές χώρες.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η τραγική απόληξη του δράματος. Αίφνης, εν μια νυκτί, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας φαίνεται να αποστερείται βιαίως απ' όλες τις ως τώρα διαθέσιμες επιβιωτικές διεξόδους. Από τη στιγμή που ο ιδιότυπος νεοελληνικός μικρομεσαίος καπιταλισμός έφθασε τα όριά του, είναι εύλογο ότι οι ανάλγητες αγορές θα εκδικούνταν αλύπητα όσους επέμεναν να πιστεύουν πως μπορεί να πορεύονται εις πείσμα των οικουμενικά πλέον αποδεκτών προδιαγραφών. Οι εξουσίες καλούνται λοιπόν να παραδειγματίσουν όλες τις αποκλίνουσες μορφές. Η συνταγή είναι γνωστή και ιστορικά δοκιμασμένη. Προσαρμοστείτε ή λιμοκτονήστε.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημασία της εξέλιξης του διεθνούς παράγοντα που αποτέλεσε το αντικείμενο συστηματικών αναλύσεων στο βιβλίο του Λυγερού. Δεν έχω πολλά να προσθέσω. Θα υπογραμμίσω απλώς και πάλι ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια αυτονόητο ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση στη σοβούσα κρίση. Αυτό ακριβώς επαγγέλλεται η θεωρία και πρακτική των μονοδρόμων. Σύσσωμες πλέον οι πολιτικές ηγεσίες φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ότι η χώρα δεν έχει άλλη λύση από το να ξαπλώσει «οικειοθελώς» στην ανατομική κλίνη πάνω στην οποία θα δοκιμασθούν «πειραματικά» οι «αναγκαίες» νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις.
Ακόμη και αν τα σώματα των κοινωνιών υποφέρουν, δυσφορούν, αντιδρούν και αντιστέκονται, η συνταγή, σωστή ή εσφαλμένη, πρέπει να τηρηθεί. Παντού τα κέρδη πρέπει να αυξάνονται και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων πρέπει να συρρικνώνεται. Και στα πλαίσια αυτά, οι κατ' εξοχήν παρεκκλίνοντες, ιστορικά άφρονες και αυθάδεις Ελληνες είναι οι πρώτοι που θα πρέπει να τιμωρηθούν επανερχόμενοι διά της βίας στην ευθεία οδό. Μιλώντας εξάλλου για τους Ελληνες μιλάμε και για όλους όσοι πέπρωται να ακολουθήσουν. «De te fabula», λοιπόν, «narratur», ω Ευρώπη, μιλάμε για τη δική σου ιστορία. Απ' ό,τι φαίνεται, σύντομα θα μάθεις και εσύ ότι για να ευδοκιμήσουν οι αγορές πρέπει να υποφέρουν οι άνθρωποι.
Ισως βέβαια οι εξελίξεις αυτές να ήσαν αναπόφευκτες. Ούτως ή άλλως η οικοδόμηση μιας νέας αλληλέγγυας Ευρώπης θα απαιτούσε πολύ χρόνο και αδιάλειπτη πολιτική βούληση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ύστερα από ενάμιση αιώνα το πρόβλημα του ιταλικού νόμου παραμένει ακόμη άλυτο και ότι, σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι περιοχές που ανήκαν σε μια DDR που δεν έζησε παραπάνω από σαράντα τέσσερα χρόνια «υπολείπονται» ακόμη θεαματικά και από πολλές πλευρές από την υπόλοιπη Γερμανία. Ενώ το κόστος μιας πραγματικής ενοποίησης είναι σε κάθε περίπτωση τεράστιο, δεν ωφελεί πάντα όλους τους ενεχομένους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι σε περιόδους ύφεσης και κρίσης η ενοποιητική και ομογενοποιητική βούληση τείνει να εκλείψει εντελώς. Από καιρό ήδη, η Ευρωπαϊκή Ενωση εμφανίζεται σαν μια κοινοπραξία όπου το κάθε μέλος προωθεί τα δικά του συμφέροντα. Η Ευρώπη που γνωρίζαμε, και στην οποία ελπίσαμε, δεν υπάρχει πια παρά ως αποκύημα μιας νοσταλγικής φαντασίας.
Το πολιτιστικό τίμημα είναι όμως μεγάλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το αξιακό νόημα όλων των «μεγάλων λέξεων» που κινητοποιούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό από την εποχή του Διαφωτισμού μεταλλάσσεται στο αντίθετό του. Ολα συμβαίνουν εφεξής ως εάν η ελευθερία συνοψίζεται στην ελευθερία τού επιχειρείν και του κερδαίνειν, η ισότητα εξαντλείται στην εξασφάλιση της διαδικαστικής ισονομίας, η αδελφότητα, η αμοιβαιότητα και η αλληλεγγύη μπήκαν στο ψυγείο της Ιστορίας, η ουσιαστική δικαιοσύνη εκφυλίζεται σε διαδικαστική ακριβοδικία και το δικαίωμα στη ζωή εκτρέπεται σε κάποιο απροσδιόριστο δικαίωμα στη διαφορά.
Ταυτόχρονα, η δημοκρατία φαίνεται να περιορίζεται στη συντήρηση ενός πολιτικού θεάτρου όπου όλες οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των «λαών», ενώ η πολιτική μετατρέπεται σε απλή διαχείριση των συμφερόντων των ασύδοτων «αγορών». Η εποχή της οικουμενικής ανταγωνιστικότητας σηματοδοτεί την επιστροφή σε έναν πρωτόγνωρα άκρατο και «αυτορρυθμιζόμενο» κοινωνικό δαρβινισμό. Ο χομπσιανός homo homini lupus δεν έχει μόνο κατατροπώσει τον Μαρξ και ανασκολοπίσει τον Κέινς. Επιπλέον δεν φαίνεται πια να χρειάζεται καν να προσφεύγει στις υπηρεσίες του Λεβιάθαν. Θα έλεγε κανείς ότι το τέλος του κοινωνικού κράτους και το τέλος της Ιστορίας συνεπέφεραν το τέλος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Δεν είναι βέβαια της παρούσης να προβλέψει κανείς τι είναι πιθανόν να συμβεί και ακόμη λιγότερο να προτείνει κανείς λύσεις στα σωρευόμενα αδιέξοδα. Η αξία του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού είναι ότι, παρά τη μαχητικότητά του, παρέχει σε όλους τη δυνατότητα να αντλήσουν τα δικά τους συμπεράσματα. Απομυθοποιεί, καταγγέλλει και βάλλει προς όλες τις κατευθύνσεις. Ακόμη και αν δεν εισηγείται συγκεκριμένες λύσεις, είναι άτεγκτος στην κριτική όλων των υπεύθυνων ηγεσιών που στην πιο κρίσιμη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας βρέθηκαν ελλιποβαρείς και μοιραίες.
Οπως τονίζεται από τον Λυγερό, «η υπέρβαση του πολιτικού συστήματος» είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έξοδο από τα αδιέξοδα. Από μόνη της όμως η υπέρβαση αυτή δεν εγγυάται τίποτε και δεν οδηγεί πουθενά. Η φαινόμενη αποδιοργάνωση του κινήματος των «αγανακτισμένων πολιτών» που σηματοδοτούσε τη ρήξη της κοινωνίας με το σάπιο πολιτικό σύστημα δεν είναι κατ' ανάγκην ευοίωνη. Η εξακολουθητικά διάχυτη οργή και αγανάκτηση ούτε εκτονώνεται ούτε υποχωρεί, ούτε όμως παράγει δικό της αυτόνομο πολιτικό λόγο και δικές της κοινωνικές προοπτικές. Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να προδικάσει τη μοίρα της επερχόμενης «μεταμικρομεσαίας κοινωνίας». Πιθανότατα δε, σε κάθε περίπτωση το φάντασμα βίαιων εκρήξεων και ανατροπών βρίσκεται μπροστά μας. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, η μη ελεγχόμενη βία απειλεί πάντα να έχει απρόσμενες ή και τραγικές συνέπειες. Οι μνήμες του Μεσοπολέμου είναι ακόμη μαζί μας.
Ο κύκλος της Μεταπολίτευσης, γράφει ο Σταύρος Λυγερός, είναι ο κύκλος της μικρομεσαίας θάλασσας. Αυτόν ακριβώς τον κύκλο περιγράφει, ανατέμνοντας τις τύχες του, καταγγέλλοντας την απόληξή του και αναλύοντας το «κοινωνικό συμβόλαιο» που τον θεμελίωσε. Ο χαρακτηρισμός είναι, νομίζω, απολύτως εύστοχος. Και σε ό,τι με αφορά προσωπικά, είναι επίσης και ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος. Θυμάμαι ότι όταν, το 1984, πριν από είκοσι οχτώ χρόνια, είχα γράψει ένα απαισιόδοξο άρθρο με τίτλο «Η δομή της απασχόλησης και το μικρομεσαίο θαύμα», οι αντιδράσεις της αισιόδοξης τότε Κεντροαριστεράς και Αριστεράς υπήρξαν ομόφωνα επικριτικές.
Αισθάνομαι λοιπόν διπλά ευχαριστημένος που ο συγγραφέας του βιβλίου μού έκανε την τιμή να μου ζητήσει να μιλήσω γι' αυτό. Πρώτον, εξ αντικειμένου, επειδή πιστεύω ότι το βιβλίο είναι εξαιρετικό, πρωτότυπο, καλογραμμένο και σε πολλά σημεία αποκαλυπτικό. Και δεύτερον, εξ υποκειμένου, επειδή οι ενδελεχείς αναλύσεις του Σταύρου Λυγερού φαίνεται να επιβεβαιώνουν πολλά απ' όσα ήδη τότε φοβόμουν, δίχως βέβαια να μπορώ να προβλέψω τη θεαματικά απρόσμενη πορεία τους.
Ετσι, θα επικεντρωθώ στον μικρομεσαίο χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας. Μιας κοινωνίας που φαίνεται να πνέει τα λοίσθια. Εν μια νυκτί, μια Ελλάδα που κανείς δεν φαίνεται να γνωρίζει τι ακριβώς «ήταν» καλείται να μεταμορφωθεί σε «κάτι» του οποίου τη βιωσιμότητα κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί. Πρέπει, μας λένε όλοι, να προσαρμοστούμε. Η χώρα μας πρέπει να γίνει σαν τις «άλλες». Ο χαμένος παράδεισος των οκνηρών και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα ανιδιοτελών και υπεύθυνων πολιτών. Μαζί με τη σκηνή που αλλάζει, νέα πρόσωπα και προσωπεία και νέοι υποβολείς πρέπει να κάνουν την εμφάνισή τους. Exit ο παράλογος αυτάρεσκος νεοορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, enter ο ορθολογικός καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας.
Με αυτή την έννοια, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι επικοινωνιακό, πολιτιστικό, ιδεολογικό και ηθικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων, των πιστωτών της και των απανταχού θεατών, η χώρα καλείται να ζητήσει κατανόηση, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για όλα εκείνα για τα οποία, καλώς ή κακώς, είχε συνηθίσει να επαίρεται.
Τα κριτήρια της μεταμόρφωσης παραμένουν όμως ανομολόγητα. Κανείς δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η επιθυμητή αλλαγή συνεπάγεται πως την ίδια στιγμή που πρέπει να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλο-ιδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», πρέπει να απαξιώνονται με ακόμη μεγαλύτερη έμφαση οι «ευτελείς και ανορθολογικές μικρο-ιδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Οπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες.
Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Θέτω το ζήτημα αποκλειστικά και μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να συνδυάζει τα καλά και των δύο αυτών κόσμων. Για μια σειρά λόγους, στους οποίους είναι βέβαια αδύνατον να εισέλθω, είναι γεγονός ότι η χώρα μπόρεσε να διογκώνει συνεχώς το εισόδημά της δίχως ταυτόχρονα να εξελίσσεται με βάση τις δυτικές προδιαγραφές. Οπως υπογραμμίζει ο Λυγερός, για πολλές δεκαετίες, οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ. Και έτσι ακριβώς δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την οικοδόμηση των εθνικών μας ψευδαισθήσεων. Η πρόσβαση στη γη της καπιταλιστικής επαγγελίας φαίνονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των παραδοσιακών προκαπιταλιστικών δομών. Αυτό ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».
Στο πλαίσιο αυτό, ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Οι περισσότεροι Ελληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμη και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό ότι το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού. Την ίδια εποχή, οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνούσαν το 35%, οι περισσότεροι από τους οποίους εργάζονταν σε μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Η απόκλιση σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου το μισθωτό σώμα φθάνει ή ξεπερνά το 90% ή ακόμη και το 95% του ενεργού πληθυσμού, φαίνεται λοιπόν τεράστια. Απομένει το 25% που απασχολείται στον κατασυκοφαντημένο ευρύτερο δημόσιο τομέα. Το ποσοστό αυτό δεν είναι όμως αφ' εαυτού μεγάλο.
Είναι σαφές ότι η ιδιαιτερότητα της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στο μέγεθός της αλλά στην άνευ όρων κυριαρχία της σε μια κοινωνία που δεν παρέχει «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής εργασίας. Σφραγίζοντας τους όρους της εξαρτημένης εργασίας εν γένει, η δημόσια απασχόληση αφήνεται να επιβάλλει την ιδιαίτερη συστημική λογική της σε ολόκληρη την κοινωνία. Και υπό τους όρους αυτούς η λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς εργασίας στο σύνολό της παραμένει ατελής.
Πάνω σε αυτή τη βάση διαμορφώθηκαν οι κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας και μαζί με αυτές οι ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Πράγματι, με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργάνωνε την επιβίωσή του μέσα από αυτοσχέδιες και ανεξάρτητες δραστηριότητες σε συνδυασμό με προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση. Οι δύο αυτοί άξονες δεν εμφανίζονταν όμως διαζευκτικοί αλλά συμπληρωματικοί. Ως «οιονεί επιχείρηση», η πυρηνική οικογένεια προγραμμάτιζε την κοινή της στρατηγική επιβίωση προσπαθώντας να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες.
Οι προεκτάσεις είναι γνωστές σε όλους. Η εκ πρώτης όψεως ακατανόητη εμμονή στη διατήρηση της ιδιοκτησίας των συχνά ακαλλιέργητων αγροτικών κλήρων, η συστηματική πολυαπασχόληση, η θεμελιώδης «αντασφαλιστική» λειτουργία της οικογενειακής αλληλεγγύης και ο φετιχοποιημένος προγραμματισμός της εκπαίδευσης με κύριο στόχο την απασχόληση ενός τουλάχιστον μέλους της οικογένειας στο Δημόσιο δεν είναι παρά όψεις του ίδιου νομίσματος. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που είχα κάποτε ονομάσει «πολυσθένεια».
Στο πλαίσιο αυτό, οι παρενέργειες που επισύρουν την ομόφωνη μήνη των ορθοφρονούντων εκσυγχρονιστών εμφανίζονται αναπόφευκτες, ίσως μάλιστα και νομοτελειακές. Θα αναφερθώ μόνο στην εκτεταμένη μικροδιαφθορά, το αναποτελεσματικό πελατειακό κράτος από το οποίο όλοι κρύβονται και ταυτόχρονα όλοι προσδοκούν ανταλλάγματα, τη συστηματική φοροδιαφυγή, την άνθηση την υπόγειας οικονομίας που υπολογίστηκε σε 30% - 40% του ΑΕΠ και την κατίσχυση «τζαμπατζήδικων» μορφών συμπεριφοράς. Αυτά ακριβώς είχε στο κεφάλι του ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν κατήγγειλε το «κατεστημένο» στο όνομα των «μη προνομιούχων μικρομεσαίων». Και επάνω στην ίδια βάση θεμελιώθηκε ο πασοκικός μικρομεσαίος λαϊκισμός. Είναι γεγονός ότι το σύνθημα που επινόησε ο ιδρυτής του ΠαΣοΚ αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στη νεοελληνική ιδιαιτερότητα. Οι μικρομεσαίες κοινωνίες εκτρέφουν μικρομεσαίες ιδεοληψίες.
Το δράμα είναι ότι, όπως όλα τα θαύματα, έτσι και το ελληνικό μικρομεσαίο θαύμα είχε ημερομηνία λήξεως. Αν ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '90 και πέρα η έκρηξη του συστήματος εμφανιζόταν πιθανή, δέκα χρόνια μετά ήταν ίσως αναπόφευκτη. Με αυτή την έννοια, η τρέχουσα κρίση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιταχύνει και να οξύνει τις έρπουσες αντιφάσεις. Μολονότι το οριστικό «τέλος εποχής» εμφανίστηκε σε άμεση συνάρτηση με τη δημοσιονομική εκτροπή και την έκρηξη του δημοσίου χρέους και παγιώθηκε ως αποτέλεσμα των εσφαλμένων, αλυσιτελών ή ακόμη και εγκληματικών χειρισμών των πολιτικών ηγεσιών, οι ρίζες αυτού του «τέλους» βρίσκονται στην αντικειμενική αδυναμία του κοινωνικού συστήματος να αναπαραχθεί ανταγωνιστικά όπως και οι «άλλες» καπιταλιστικές χώρες.
Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η τραγική απόληξη του δράματος. Αίφνης, εν μια νυκτί, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας φαίνεται να αποστερείται βιαίως απ' όλες τις ως τώρα διαθέσιμες επιβιωτικές διεξόδους. Από τη στιγμή που ο ιδιότυπος νεοελληνικός μικρομεσαίος καπιταλισμός έφθασε τα όριά του, είναι εύλογο ότι οι ανάλγητες αγορές θα εκδικούνταν αλύπητα όσους επέμεναν να πιστεύουν πως μπορεί να πορεύονται εις πείσμα των οικουμενικά πλέον αποδεκτών προδιαγραφών. Οι εξουσίες καλούνται λοιπόν να παραδειγματίσουν όλες τις αποκλίνουσες μορφές. Η συνταγή είναι γνωστή και ιστορικά δοκιμασμένη. Προσαρμοστείτε ή λιμοκτονήστε.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η σημασία της εξέλιξης του διεθνούς παράγοντα που αποτέλεσε το αντικείμενο συστηματικών αναλύσεων στο βιβλίο του Λυγερού. Δεν έχω πολλά να προσθέσω. Θα υπογραμμίσω απλώς και πάλι ότι υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια αυτονόητο ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση στη σοβούσα κρίση. Αυτό ακριβώς επαγγέλλεται η θεωρία και πρακτική των μονοδρόμων. Σύσσωμες πλέον οι πολιτικές ηγεσίες φαίνεται να έχουν αποδεχθεί ότι η χώρα δεν έχει άλλη λύση από το να ξαπλώσει «οικειοθελώς» στην ανατομική κλίνη πάνω στην οποία θα δοκιμασθούν «πειραματικά» οι «αναγκαίες» νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις.
Ακόμη και αν τα σώματα των κοινωνιών υποφέρουν, δυσφορούν, αντιδρούν και αντιστέκονται, η συνταγή, σωστή ή εσφαλμένη, πρέπει να τηρηθεί. Παντού τα κέρδη πρέπει να αυξάνονται και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων πρέπει να συρρικνώνεται. Και στα πλαίσια αυτά, οι κατ' εξοχήν παρεκκλίνοντες, ιστορικά άφρονες και αυθάδεις Ελληνες είναι οι πρώτοι που θα πρέπει να τιμωρηθούν επανερχόμενοι διά της βίας στην ευθεία οδό. Μιλώντας εξάλλου για τους Ελληνες μιλάμε και για όλους όσοι πέπρωται να ακολουθήσουν. «De te fabula», λοιπόν, «narratur», ω Ευρώπη, μιλάμε για τη δική σου ιστορία. Απ' ό,τι φαίνεται, σύντομα θα μάθεις και εσύ ότι για να ευδοκιμήσουν οι αγορές πρέπει να υποφέρουν οι άνθρωποι.
Ισως βέβαια οι εξελίξεις αυτές να ήσαν αναπόφευκτες. Ούτως ή άλλως η οικοδόμηση μιας νέας αλληλέγγυας Ευρώπης θα απαιτούσε πολύ χρόνο και αδιάλειπτη πολιτική βούληση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ύστερα από ενάμιση αιώνα το πρόβλημα του ιταλικού νόμου παραμένει ακόμη άλυτο και ότι, σχεδόν είκοσι πέντε χρόνια μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, οι περιοχές που ανήκαν σε μια DDR που δεν έζησε παραπάνω από σαράντα τέσσερα χρόνια «υπολείπονται» ακόμη θεαματικά και από πολλές πλευρές από την υπόλοιπη Γερμανία. Ενώ το κόστος μιας πραγματικής ενοποίησης είναι σε κάθε περίπτωση τεράστιο, δεν ωφελεί πάντα όλους τους ενεχομένους. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι σε περιόδους ύφεσης και κρίσης η ενοποιητική και ομογενοποιητική βούληση τείνει να εκλείψει εντελώς. Από καιρό ήδη, η Ευρωπαϊκή Ενωση εμφανίζεται σαν μια κοινοπραξία όπου το κάθε μέλος προωθεί τα δικά του συμφέροντα. Η Ευρώπη που γνωρίζαμε, και στην οποία ελπίσαμε, δεν υπάρχει πια παρά ως αποκύημα μιας νοσταλγικής φαντασίας.
Το πολιτιστικό τίμημα είναι όμως μεγάλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το αξιακό νόημα όλων των «μεγάλων λέξεων» που κινητοποιούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό από την εποχή του Διαφωτισμού μεταλλάσσεται στο αντίθετό του. Ολα συμβαίνουν εφεξής ως εάν η ελευθερία συνοψίζεται στην ελευθερία τού επιχειρείν και του κερδαίνειν, η ισότητα εξαντλείται στην εξασφάλιση της διαδικαστικής ισονομίας, η αδελφότητα, η αμοιβαιότητα και η αλληλεγγύη μπήκαν στο ψυγείο της Ιστορίας, η ουσιαστική δικαιοσύνη εκφυλίζεται σε διαδικαστική ακριβοδικία και το δικαίωμα στη ζωή εκτρέπεται σε κάποιο απροσδιόριστο δικαίωμα στη διαφορά.
Ταυτόχρονα, η δημοκρατία φαίνεται να περιορίζεται στη συντήρηση ενός πολιτικού θεάτρου όπου όλες οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των «λαών», ενώ η πολιτική μετατρέπεται σε απλή διαχείριση των συμφερόντων των ασύδοτων «αγορών». Η εποχή της οικουμενικής ανταγωνιστικότητας σηματοδοτεί την επιστροφή σε έναν πρωτόγνωρα άκρατο και «αυτορρυθμιζόμενο» κοινωνικό δαρβινισμό. Ο χομπσιανός homo homini lupus δεν έχει μόνο κατατροπώσει τον Μαρξ και ανασκολοπίσει τον Κέινς. Επιπλέον δεν φαίνεται πια να χρειάζεται καν να προσφεύγει στις υπηρεσίες του Λεβιάθαν. Θα έλεγε κανείς ότι το τέλος του κοινωνικού κράτους και το τέλος της Ιστορίας συνεπέφεραν το τέλος του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Δεν είναι βέβαια της παρούσης να προβλέψει κανείς τι είναι πιθανόν να συμβεί και ακόμη λιγότερο να προτείνει κανείς λύσεις στα σωρευόμενα αδιέξοδα. Η αξία του βιβλίου του Σταύρου Λυγερού είναι ότι, παρά τη μαχητικότητά του, παρέχει σε όλους τη δυνατότητα να αντλήσουν τα δικά τους συμπεράσματα. Απομυθοποιεί, καταγγέλλει και βάλλει προς όλες τις κατευθύνσεις. Ακόμη και αν δεν εισηγείται συγκεκριμένες λύσεις, είναι άτεγκτος στην κριτική όλων των υπεύθυνων ηγεσιών που στην πιο κρίσιμη στιγμή της πρόσφατης ιστορίας βρέθηκαν ελλιποβαρείς και μοιραίες.
Οπως τονίζεται από τον Λυγερό, «η υπέρβαση του πολιτικού συστήματος» είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έξοδο από τα αδιέξοδα. Από μόνη της όμως η υπέρβαση αυτή δεν εγγυάται τίποτε και δεν οδηγεί πουθενά. Η φαινόμενη αποδιοργάνωση του κινήματος των «αγανακτισμένων πολιτών» που σηματοδοτούσε τη ρήξη της κοινωνίας με το σάπιο πολιτικό σύστημα δεν είναι κατ' ανάγκην ευοίωνη. Η εξακολουθητικά διάχυτη οργή και αγανάκτηση ούτε εκτονώνεται ούτε υποχωρεί, ούτε όμως παράγει δικό της αυτόνομο πολιτικό λόγο και δικές της κοινωνικές προοπτικές. Κανείς δεν μπορεί λοιπόν να προδικάσει τη μοίρα της επερχόμενης «μεταμικρομεσαίας κοινωνίας». Πιθανότατα δε, σε κάθε περίπτωση το φάντασμα βίαιων εκρήξεων και ανατροπών βρίσκεται μπροστά μας. Και όπως όλοι γνωρίζουμε, η μη ελεγχόμενη βία απειλεί πάντα να έχει απρόσμενες ή και τραγικές συνέπειες. Οι μνήμες του Μεσοπολέμου είναι ακόμη μαζί μας.
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012
Εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς και τεχνοκρατικός λαϊκισμός: η εξέγερση των ελίτ
Δημοσιεύω την μελέτη του Δ.Παπαδάτου - Αναγνωστόπουλου.Πρόκειται για μια εξαιρετική μελέτη, η οποία αναδεικνύει τις αντιφάσεις, τις διαφορετικές ροπές,τα διαφορετικά επίπεδα αναφοράς,αυτού που η πολιτική αργκό ορίζει (κακώς) ως νεοφιλελευθερισμό (νοούμενο συνήθως ως συμπαγές ρεύμα) .Σημειώνω την διατύπωση του καθημάς φιλελευθερισμού η οποία αποδίδει την ένταση μεταξύ φιλελευθερισμού, φιλελευθέρων, υπαρκτού φιλελευθερισμού.Ενδιαφέρουσα και η αντίστιξη φιλελευθερισμου-κράτους εκτάτου ανάγκης- ασυνέπειας φιλελευθέρων. Η ανάλυση με την ενδελέχεια της, περιγράφει την πιο αποτελεσματική στρατηγική της αριστεράς που δεν είναι άλλη από την αποκάλυψη των αντιφάσεων, των παλινδρομήσεων , των υποχωρήσεων των εκαστοτε συντηρητικών δυνάμεων από το κεκτημένο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ταυτόχρονα υπάρχει μια αυθεντική γόνιμη έρευνα για τον προσδιορισμό των ροπών στα ελληνικά πράγματα, ενώ συνήθως αντίστοιχες copy paste μελέτες απλως συσκοτίζουν. Θα μπορούσε καποιος να διαφωνήσει με ορισμένες διατυπώσεις, αλλά η προσπάθεια ακρίβειας και εμβάθυνσης είναι ορατή.
Πρώτη δημοσίευση RedNoteBook
Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου
«Όσοι συμβιβάζονται με τις χαμηλές προσδοκίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας», γράφει ο Κόλιν Κράουτς, «θα βλέπουν μάλλον συγκαταβατικά την ανάδυση της μεταδημοκρατίας». Πρόκειται για μια μορφή που, όπως εξηγεί ο ίδιος, ενώ διατηρεί «ίχνη» της ακμάζουσας μεταπολεμικής δημοκρατίας, μέρος δηλαδή των τυπικών της διαδικασιών, ταυτόχρονα εμφανίζει σημάδια έκπτωσής της, και μαζί με αυτά, στοιχεία προ-δημοκρατικά.
Καθώς λοιπόν ο πολυκομματισμός, το εκλογικό δικαίωμα και η ελευθερία του Τύπου είναι στις μέρες μας εξασφαλισμένα, καθώς δηλαδή ο πήχυς είναι από δεκαετίες πολύ χαμηλά, ώστε ο στόχος να επιτυγχάνεται ευκολότερα, σημαντική μερίδα των καθ’ ημάς φιλελεύθερων μάλλον εύλογα απορρίπτει ως λαϊκιστικό το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία», και πιο γενικά, αδυνατεί να κατανοήσει προς τι η συζήτηση που αναπτύσσεται στις μέρες μας για τα όρια της συμβίωσης καπιταλισμού και δημοκρατίας· οι επιφυλλίδες της Καθημερινής ή η αρθρογραφία του book’s journal, που στις κινητοποιήσεις της πλατείας Συντάγματος, για παράδειγμα, δεν είδαν άλλο από τη σύμπραξη ακροδεξιών και ακροαριστερών –δηλαδή λαϊκιστών της δεξιάς και της αριστεράς– είναι απολύτως ενδεικτικές. Την τελευταία τριετία, από την άλλη πλευρά, ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από τη ρητορική της έκτακτης ανάγκης, η προέλευση της οποίας δεν είναι ακριβώς φιλελεύθερη· η ρητορική αυτή, ωστόσο, υιοθετείται χωρίς αντιστάσεις από φιλελεύθερους της αριστεράς και της δεξιάς – μάλλον εύλογα, έτσι, η εκ μέρους τους υποστήριξη ενός κυβερνητικού σχήματος με τη συμμετοχή της ακροδεξιάς, εξέλιξη αδιανόητη μέχρι πρότινος, μοιάζει να μην δημιουργεί καμία γνωστική ασυμφωνία.
Όπως θα επιχειρήσω να εξηγήσω, ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιστορικό βάθος και, κυρίως, ισχυρή κοινωνική αγκύρωση. Αυτό που θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω σε ό,τι ακολουθεί είναι ότι ο εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς από τη μία πλευρά, και η ανάδυση ενός αντιλαϊκιστικού λόγου, που για να γίνει ηγεμονικός δεν μπορεί παρά να καταφεύγει στη γραμματική και το συντακτικό του λαϊκισμού –με άλλα λόγια: ενός τεχνοκρατικού λαϊκισμού ως μορφής νομιμοποίησης της κρατικής πολιτικής–, αποτελούν δύο συμπληρωματικές όψεις μιας εν εξελίξει εξέγερσης των ελίτ. Δανείζομαι τη φράση αυτή από τον αμερικανό κοινωνιολόγο Κρίστοφερ Λας, παρά τις διαφωνίες μου με πολλές από τις προκείμενές του, θεωρώντας ότι ακριβώς ο όρος «εξέγερση», με όλη τη βία που μεταξύ άλλων υπαινίσσεται, αντιστοιχεί σε αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα «μνημονιακή διαχείριση της οικονομικής κρίσης».
***
Αναφέρθηκα στο ιστορικό βάθος αυτής της «εξέγερσης». Η αφετηρία της θα πρέπει να εντοπιστεί στη δεκαετία του ’90, σε μια περίοδο δηλαδή κατά την οποία εκδηλώνονται –ως αντιθετικές τότε– δύο διακριτές διαδικασίες:
Η πρώτη αφορά την εκπόνηση μιας κρατικής πολιτικής μονεταριστικής συναίνεσης, προσανατολισμένης βεβαίως προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση και σε ρήξη με τον «λαϊκισμό» της πασοκικής οκταετίας ’81-‘89.
Η δεύτερη αφορά την ανασυγκρότηση της άκρας δεξιάς εντός και εκτός Νέας Δημοκρατίας, με όρους λαϊκού κινήματος, στο έδαφος μιας αντιεκσυγχρονιστικής πολιτικής ατζέντας (όχι δηλαδή πια επί τη βάσει του πολιτειακού), σε αντιπαράθεση με τον τεχνοκρατικό οικονομισμό, και σε κάθε περίπτωση, εντός του μεταδημοκρατικού παραδείγματος όπου κινείται πανευρωπαϊκά η ακροδεξιά. Η διεργασία αυτή σηματοδοτεί τον πρώτο εκσυγχρονισμό της ελληνικής ακροδεξιάς. Πρόκειται για εκσυγχρονισμό, με την έννοια της –αντιφατικής– αποστασιοποίησης από μια ορισμένη παράδοση. Η ακροδεξιά παύει να συγκροτείται αποκλειστικά ως χώρος υποδοχής των νοσταλγών της δικτατορίας, της μοναρχίας ή του ιστορικού φασισμού, και μένοντας στην ελληνική περίπτωση, η μετατόπιση αυτή διευκολύνει το δεύτερο εκσυγχρονισμό της, που πραγματοποιείται στα χρόνια της οικονομικής κρίσης· η δεύτερη αυτή φάση, όπως θα εξηγήσω αργότερα, αντιστοιχεί στην «κεντρώα» υποτίθεται στροφή της ακροδεξιάς κατά την τελευταία τετραετία.
Ο πρώτος εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς, στον οποίο θα σταθώ αμέσως πιο αναλυτικά, συντελείται στο έδαφος ενός δεξιού αντιεκσυγχρονιστικού λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός αυτός καταγγέλλει τη σύγκλιση στο μεσαίο χώρο και βεβαίως επωφελείται από αυτήν, διαθέτει δηλαδή έντονα αντικαθεστωτικά στοιχεία, μολονότι μηχανισμοί που βρίσκονται στο στρατηγικό πεδίο του κράτους (υπουργεία, Εκκλησία και ΜΜΕ) είναι παρόντες, ήδη από την πρώτη στιγμή, σε αυτή την ανασυγκρότηση.
***
Από τις απόπειρες, λοιπόν, υπέρβασης της πολιτικής κρίσης των αρχών του ’90, μέχρι τις προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η κρίση της συντηρητικής παράταξης, κρίση που κορυφώνεται το 2000 με τη συγκρότηση του ΛΑΟΣ, και από τα συλλαλητήρια του ’92-’93 για το Μακεδονικό μέχρι τις λαοσυνάξεις του 2001 για τις ταυτότητες, η Εκκλησία που επαναπολιτικοποιείται, και η ελληνική ακροδεξιά, που μέχρι τότε αδυνατεί να παρακολουθήσει την ανοδική τροχιά των ομόλογών της ευρωπαϊκών σχηματισμών, προτάσσουν από κοινού τη διάσωση της εθνικής ιδιοπροσωπίας, ως αντίβαρο στην εθνοκτόνο παγκοσμιοποίηση, και βέβαια στο αντίστοιχό της στα καθ’ ημας -- στο εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Σημίτη.
Αυτό το τελευταίο, από την άλλη, εκπροσωπεί έναν κοσμοπολίτικο εθνικισμό, υλοποιείται δηλαδή θέτοντας «πρώτα την Ελλάδα» και στο όνομα της «ισχυρής Ελλάδας» μέσα στην Ευρώπη, ενώ παρουσιάζει κάθε πολιτική του ως αναπόφευκτη, καθώς αυτή επιβάλλεται από τον εθνικό στόχο της ΟΝΕ· η ανελαστική πραγματικότητα που υπαινίσσεται ο στόχος αυτός δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης τεχνοκρατών, δηλαδή των «ειδημόνων».
Στα χρόνια αυτά, λοιπόν, η ακαδημαϊκή ιδιότητα των οικονομικών και πολιτικών εμπειρογνωμόνων (και πρώτου απ’ όλους του ίδιου πρωθυπουργού) αποτελεί εχέγγυο κοινωνικής αμεροληψίας και «ουδετερότητας», της υποτιθέμενης δηλαδή δυνατότητάς τους να στέκονται πέραν των κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών διαιρέσεων, άρα να ερμηνεύουν αυθεντικά το εθνικό συμφέρον. Η αμεροληψία, η ουδετερότητα και η αποτελεσματικότητα αντιστοιχούν στη θεώρηση της κατά Γκίντενς νέας σοσιαλδημοκρατίας για το κράτος· ένα κράτος που οφείλει να αποκεντρωθεί και να «αποκομματικοποιηθεί», εξ ου και ο πολλαπλασιασμός των «Ανεξάρτητων» (από κοινωνικό έλεγχο…) Αρχών, και βεβαίως η διάχυση ενός αντικομματισμού, χάρη στον οποίο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας, η Εκκλησία και τα ιδιωτικά Μέσα Ενημέρωσης, συνεπικουρούμενα από το κράτος, κερδίζουν πολιτικό κεφάλαιο έναντι των κομμάτων. Είναι η περίοδος που μια ρητορική ενάντια στην «κομματικοποίηση του κράτους» χρησιμοποιείται από τα ΜΜΕ και τους εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ για να δηλωθεί η ρήξη με το «λαϊκιστικό» πρότυπο της δεκαετίας του ’80, με αποτέλεσμα, όπως δείχνουν μεταξύ άλλων οι Ελευθερίου και Τάσσης, το ΠΑΣΟΚ να μεταβληθεί σταδιακά σε ένα κόμμα-μη κόμμα, ταυτισμένο πολιτικά με την κρατική διαχείριση, και εξαρτημένο οικονομικά από τον τραπεζικό δανεισμό και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Στα χρόνια αυτά, η νέα σοσιαλδημοκρατία ανιχνεύει έναν Τρίτο Δρόμο «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς». Ζητούμενο, ήδη από τότε, από τα χρόνια δηλαδή της οικονομικής μεγέθυνσης, είναι «λύσεις που να δουλεύουν» –η πολιτική δηλαδή νομιμοποιείται στη βάση της «αποτελεσματικότητας»–, και οι λύσεις αυτές δεν νοείται να εμποδίζονται από «κατεστημένες νοοτροπίες» και «αναχρονιστικές συντεχνίες». Σε βάρος αυτών των τελευταίων θριαμβεύει ένας θεσμοποιημένος ατομισμός, για τον οποίο τα δικαιώματα δεν είναι πλέον κοινωνικά, αλλά αφορούν άτομα: άτομα υπεύθυνα για τις πράξεις τους, έτοιμα να αναλάβουν τους κινδύνους των επιλογών τους, κινητικά· άτομα που ρισκάρουν και διαμορφώνουν τα ίδια την προσωπικότητά τους μέσα από πολλαπλούς δρόμους, άσχετα αν το κόστος της διακινδύνευσης δεν είναι το ίδιο για όλους και άσχετα αν δεν είναι όλοι σε θέση να το επωμιστούν.
Στα συμφραζόμενα αυτού του κοινωνικού κατακερματισμού, ήδη δηλαδή από τη δεκαετία του ’90, η δημοκρατία θα παρουσιάζεται ως ανταγωνιστική προς την οικονομική ανάπτυξη. Με τους όρους του Γράβαρη, αν «κατά το χρονικό διάστημα ‘80-‘89 οι χαμηλές τιμές στο δείκτη οικονομικής σταθερότητας και μεγέθυνσης συνοδεύονται από υψηλές τιμές στο δείκτη εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος», την περίοδο ‘90-2001 η τάση αυτή θα αντιστραφεί· στο εξής, όσο λιγότερο πολιτικοποιημένη (δηλαδή εθνικοποιημένη) είναι η ατζέντα της κρατικής πολιτικής, τόσο αποτελεσματικότερες είναι οι επιλογές σε σχέση με τους στόχους της οικονομίας. Οι τελευταίοι τίθενται, βεβαίως, στο όνομα μιας «ισχυρής Ελλάδας» και μιας «ισχυρής κοινωνίας»· όλως παραδόξως, όμως, σημαίνουν την εμπλοκή στα κοινά ολοένα και λιγότερων Ελλήνων.
Είναι ακριβώς στο σημείο αυτό, και παρά τις σημαντικές διαφορές εκσυγχρονισμού και ακροδεξιού αντιεκσυγχρονισμού (κυρίως στην εξωτερική πολιτική και την ατζέντα του «πολιτισμικού φιλελευθερισμού»), που αναδεικνύεται μια εντυπωσιακή συμπληρωματικότητα των δύο, κατά τα άλλα αντιτιθέμενων, λόγων. Η μάχη με τον εκσυγχρονισμό στο πεδίο της «εθνικής ιδιοπροσωπίας», που δίνει από τα χρόνια εκείνα η ακροδεξιά, δεν αμφισβητεί τους κεντρικούς στόχους του εκσυγχρονισμού· μολονότι δε, η μάχη αυτή προϋποθέτει την απεύθυνση στο λαό και ταυτίζεται επανειλημμένα με τη μαζική κινητοποίηση –«για την ταυτότητα, που είναι η ψυχή μας»–, εντούτοις αποδεικνύεται καθ’ όλα συμβατή με την αποπολιτικοποίηση των κεντρικών επιλογών της κυβέρνησης Σημίτη, και ασφαλώς ταυτόσημη με τον αντικομματισμό που η τελευταία επαγγέλλεται και υλοποιεί. Από αυτή την άποψη, η ακροδεξιά μοιάζει ο προνομιακός αντίπαλος-συμπαίκτης του ΠΑΣΟΚ – όπως κατά μία έννοια συμβαίνει και σήμερα, με το μειοψηφικό και εύκολα απαξιώσιμο «μπλοκ της δραχμής».
Η ακροδεξιά πολιτεύεται ως «κόμμα του αντικομματισμού», και όπως σε όλη την Ευρώπη, έτσι και στην Ελλάδα, επιχειρεί να επωφεληθεί της κρίσης των ιδεολογιών, αυτοπαρουσιαζόμενη επίσης «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς», προπαγανδίζοντας το δικό της Τρίτο Δρόμο. Γράφει σχετικά ο Μάκης Βορίδης, νυν υπουργός της εθνοσωτήριας κυβέρνησης: «Από το γαλλικό ΄ni gauche ni droite΄ (oύτε αριστερά ούτε δεξιά) στην ιταλική ‘terza via’ (τρίτος δρόμος), είναι φανερό ότι τουλάχιστον μία ορισμένη πλευρά της εθνικής πολιτικής σκέψης υπερβαίνει το δίλημμα αυτό, παρουσιάζοντας την εθνική θέση ως ικανή να ξεπεράσει τη διχαστική για τον λαό διάκριση ανάμεσα σε ΄δεξιούς΄ και ΄αριστερούς΄».
***
Θα αντέτεινε εδώ κάποιος ότι η πρόταση να υπερβούμε την πόλωση «Αριστερά/Δεξιά», που διατυπώνει από δεκαετίες το μεταφασιστικό ΜSI, δεν μπορεί να συσχετίζεται με το μπλερικό Νέο Κέντρο της δεκαετίας του ’90 – ακόμα κι αν και τα δύο προγράμματα αμφισβητούν από κοινού τη δυνατότητα έκφρασης, στο πολιτικό επίπεδο, των ταξικών ανταγωνισμών. Θα μπορούσε επίσης να πει κανείς ότι αυτός ο ριζοσπαστικός κεντρισμός, που εισηγείται τότε η νέα σοσιαλδημοκρατία, είχε την ευγενή φιλοδοξία να εκφράσει την προσπάθεια μιας (αποτελεσματικής/κυβερνώσας) Αριστεράς να αντιμετωπίσει έναν «πολύπλοκο κόσμο» -- να λάβει δηλαδή υπ’ όψιν της τις νέες, «υβριδικές» πολιτικές ταυτότητες και την περίφημη πολυσθένεια των κοινωνικών υποκειμένων (για την οποία, εξάλλου, έγινε αρκετός λόγος και στη χώρα μας, στα συμφραζόμενα μιας συζήτησης περί της στρεβλής, υποτίθεται, καπιταλιστικής ανάπτυξης…). Αρκετά έγκαιρα, ωστόσο, στις ενστάσεις αυτές διατυπώθηκε μια εύλογη αντίρρηση, και μάλιστα από διανοούμενους κάθε άλλο παρά ύποπτους για λαϊκισμό: η «πολυπλοκότητα του κόσμου» και η πολυσθένεια των κοινωνικών υποκειμένων, γράφει ο Αντώνης Λιάκος, δεν υπαγορεύουν αναγκαστικά την υιοθέτηση ενός λόγου ασαφούς και χωρίς ταξικές συνδηλώσεις, αλλά ενός λόγου που συνδυάζει διαφορετικές ταξικές θέσεις σε διαφορετικές συνθέσεις. Αντίθετα, θα συμπληρώναμε εμείς, αν κάτι υπαγορεύει την υιοθέτηση ενός λόγου εθνικού, δηλαδή κοινωνικά πανσυλλεκτικού, αυτό δεν είναι παρά η ταύτιση του εκάστοτε φορέα του λόγου αυτού με το κράτος.
Το καπιταλιστικό κράτος, μας λέει ο Πουλαντζάς, ποτέ δεν αυτοπαρουσιάστηκε ως ταξικό κράτος. Μιλά παντού, ως κράτος εθνικό, φροντίζοντας ο λόγος του να μην αποτελεί απλά και μόνο αντανάκλαση του καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το ίδιο αυτό κράτος αποτελεί έναν ουσιαστικό παράγοντα για την οργάνωση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, στο βαθμό που αναπαράγει τον κοινωνικό «κατακερματισμό-ατομικισμό», που είναι εγγενής στον καταμερισμό αυτό.
Η ιδεολογία του ατομικισμού, από την άλλη πλευρά, δεν εξυπηρετεί μονάχα την κάλυψη και την απόκρυψη των σχέσεων μεταξύ των τάξεων, όπως εξηγούν οι Καστέλς και Καρνόυ. Η ίδια ιδεολογία παίζει και ενεργό ρόλο στη διαίρεση και απομόνωση των λαϊκών μαζών.
Στα χρόνια λοιπόν της ουδετεροποίησης του κράτους και της εξατομίκευσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, χάριν βεβαίως του εξορθολογισμού και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας, η αποτελεσματικότητα αυτή, με τον τρόπο που τουλάχιστον εννοείται, κάθε άλλο παρά επιτυγχάνεται. Το 2001, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες μόλις θέσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους. Κατά την ίδια περίοδο, όμως, το υποτιθέμενο κοινωνικά ουδέτερο κράτος οργανώνει, μέσω του ΠΑΣΟΚ και στο όνομα της «απελευθέρωσης της οικονομίας», μία κλειστή σχέση με εταιρείες (τράπεζες, κατασκευαστικές, εξοπλιστικές, εταιρείες μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, κλάδους της πληροφορικής, της ενέργειας, της παιδείας, της υγείας και των ΜΜΕ…), ενώ το ίδιο το ΠΑΣΟΚ οικοδομεί σχέσεις αλληλοϋποστήριξης με μεγάλες επιχειρηματικές οικογένειες, ιδιωτικοποιώντας παράλληλα πλήθος κερδοφόρων επιχειρήσεων, όπως συνοπτικά δείχνει ο Βερναρδάκης στο τελευταίο βιβλίο του. Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για έναν ιδιότυπο, και πάντως διόλου αμερόληπτο αντικρατισμό, ενδεδυμένο ασφαλώς το μανδύα του εθνικού συμφέροντος…
***
Είναι εντυπωσιακό ότι στις ερμηνείες της κρίσης που κυριαρχούν στα Μέσα Ενημέρωσης, και που μεταξύ άλλων υποστηρίζονται από τακτικά δημοσιολογούντες ακαδημαϊκούς, αυτό το τμήμα της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης Μεταπολίτευσης που ξεκινά από τη δεκαετία του ’90, λάμπει διά της απουσίας του. Εξίσου απούσα, όμως, είναι και η αναφορά στις πολιτικές συνθήκες υπό τις οποίες επιτεύχθηκε ο εκσυγχρονισμός της άκρας δεξιάς και στις δύο φάσεις του. Σπάνια αναφέρεται, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο Κώστας Σημίτης, ήδη από την «αντιεκσυγχρονιστική» φάση της ακροδεξιάς, θεωρούσε έλλειμμα τη μη αυτόνομη παρουσία της στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Σπάνια, επίσης, γίνεται λόγος και για την εύνοια που είχε η ακροδεξιά από όλα τα φίλα προσκείμενα στο ΠΑΣΟΚ μέσα ενημέρωσης, όπως συνέβαινε άλλωστε επί Μιτεράν και στη Γαλλία, στην περίπτωση του Λεπέν. Μάλλον απαρατήρητο, τέλος, έχει περάσει και το γεγονός ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία μοιάζει να μην έχει κανένα πρόβλημα όταν ο ΛΑΟΣ ζητά από το κράτος να κάνει επίσημα περίπου ό,τι η Χρυσή Αυγή εν είδει ακτιβισμού – το μόνο πρόβλημα είναι κατά πόσο ο ΛΑΟΣ είναι ή όχι υποστήλωμα του «αιώνιου αντιπάλου», του ΠΑΣΟΚ.
Παρέθεσα ορισμένα παραδείγματα που, ειδικά στην παρούσα συγκυρία, μας υποχρεώνουνν να ερμηνεύσουμε την πολιτική αναβάθμιση της –λογιζόμενης ως γραφικής μέχρι πρότινος– ακροδεξιάς υπό το πρίσμα αυτού που ο Νέγκρι ονομάζει εξτρεμισμό του κέντρου: της θωράκισης του πολιτικού επιπέδου απέναντι στα λαϊκά αιτήματα και συμφέροντα, της επίτασης της στρατηγικής επιλεκτικότητας του κράτους, της ασφυκτικής συρρίκνωσης της αντιπροσωπευτικότητας συνολικά του πολιτικού συστήματος και, τέλος, της εγγραφής των διεργασιών αυτών στο νομικό σύστημα και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Το νομιμοποιητικό λόγο αυτού του «εξτρεμισμού» μπορούμε να αποκαλέσουμε τεχνοκρατικό λαϊκισμό.
Πρόκειται για έναν λαϊκισμό που συνομιλεί με τον κατακερματισμό του κοινωνικού, τον οποίο περιέγραψα προηγουμένως, αν και ίχνη του βρίσκουμε αρκετά πίσω, στα 1982. Είναι η χρονιά που η απεργία της ΟΤΟΕ θα χαρακτηριστεί άκαιρη, συντεχνιακή και αντικοινωνική, και σε συνέχεια αυτού του διαβήματος, το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει το περίφημο άρθρο 4, με το οποίο επιχειρείται ο περιορισμός των απεργιών στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Έκτοτε, οι κοινωνικές οργανώσεις που δεν λειτουργούν με κριτήρια «συνυπευθυνότητας υπέρ της οικονομίας» θα στιγματίζονται ως «συντεχνιακές», καθώς «στερούν το κοινωνικό σύνολο από τις δημόσιες υπηρεσίες» και «προκαλούν κινδύνους βλάβης στο καταναλωτικό κοινό». Στο ίδιο πρότυπο, οι «προνομιούχοι» εργαζόμενοι της Ολυμπιακής, τα «ρετιρέ», δεν δικαιούνται να απεργούν, διότι παίρνουν υψηλές αμοιβές, έστω κι αν η απαγόρευση κάθε άλλο παρά θα σημάνει τη μισθολογική αναβάθμιση άλλων κατηγοριών. Στα 1988, και για λόγους υγείας του κοινωνικού συνόλου, θα πρέπει να διακόψουν την απεργία τους και οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ το 1988, ενώ το 1990 και η ΟΛΜΕ οφείλει να μεταθέσει τη δική της απεργία την περίοδο των εξετάσεων, για να μην παραταθεί η αγωνία των μαθητών. Στη δεκαετία του ’90, και με τη συνδρομή πια και των ιδιωτικών ΜΜΕ, κάθε αντίσταση στην ιδιωτικοποίηση θα είναι «αντιαναπτυξιακή» και υποκινούμενη από «άνομα συμφέροντα», κάθε καταγγελία της αποδόμησης των κοινωνικών παροχών «εγωιστική» και «αντιεξισωτική», ενώ μαζί με το συντεχνιασμό των μισθωτών, θα στηλιτεύεται και αυτός των μεσαίων στρωμάτων (γιατρών, δικηγόρων κ.ο.κ.). Στα ίδιο κλίμα, την περίοδο ’91-’92 η μαχητική απεργία της ΕΑΣ θα χαρακτηριστεί «κοινωνική τρομοκρατία», και μερικά χρόνια αργότερα, η διαδήλωση κατά της επίσκεψης Κλίντον θα στιγματιστεί, από κυβέρνηση και ΜΜΕ, ως ενέργεια που εκθέτει τη χώρα.
Οι θεωρίες περί πολιτικής υποκίνησης συνοδεύουν διαχρονικά κάθε μομφή προς κοινωνικές κινητοποιήσεις που, υποτίθεται, στρέφονται εναντίον της χώρας, της κοινωνικής πλειοψηφίας, του φορολογούμενου πολίτη κ.ο.κ. Όσο δε το ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, ο αντισυντεχνιακός και αντιλαϊκιστικός λόγος θα έχει ως αποκλειστικό αποδέκτη την Αριστερά, αναγόμενος έτσι σε ένα είδος εκσυγχρονισμένου αντικομμουνισμού, που βλέπει στην Αριστερά εκείνο το χώρο που «ξεπλένει» τη βία. Το είδαμε το 2006-2007 και 2008 με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις απεργίες των λιμενεργατών το 2010· σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, το ΚΚΕ προκαλεί συνειδητά επεισόδια, οι απεργίες συνιστούν αντιδημοκρατικές κινητοποιήσεις, αφαιρούν εθνικό εισόδημα και εμποδίζουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας, δυσχεραίνοντας την εθνική προσπάθεια και διαιωνίζοντας την οικονομική εξάρτηση από τον ξένο δανεισμό.
Κάπως έτσι, μάλλον λογικά η Καθημερινή θα σημειώσει πως «με τη στάση που τηρεί, το ΚΚΕ επιβεβαιώνει πόσο εσφαλμένη ήταν η άνευ όρων νομιμοποίησή του το 1974» · και μάλλον λογικά ο διευθυντής της θα εξάρει, αντιστικτικά, τη σοβαρότητα του ΛΑΟΣ, όπως θα κάνουν κατ’ επανάληψη στελέχη της κυβέρνησης, και όπως νωρίτερα έχει κάνει ο Γιάννης Πρετεντέρης, για τον οποίο «η ατζέντα Καρατζαφέρη είναι η αυτονόητη ατζέντα της καθημερινότητας του πολίτη».
***
Στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, λοιπόν, αυτό που εκτυλίσσεται δεν είναι μια στροφή του ΛΑΟΣ προς το μεσαίο χώρο, που θα δήλωνε την επιτυχία μιας στρατηγικής συμπερίληψης του κόμματος αυτού από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι η τοποθέτηση του ΛΑΟΣ στην ακροδεξιά, στην κλίμακα πλέον και του οικονομικού φιλελευθερισμού, και μάλιστα την ίδια στιγμή που η ατζέντα του στα ζητήματα νόμου-τάξης και το μεταναστευτικό, όχι μόνο δεν έγινε μετριοπαθέστερη, αλλά αντίθετα, έχει καταστεί ηγεμονική. Αυτό που συμβαίνει είναι η ανάγνωση, εκ μέρους του ΛΑΟΣ, της πολιτικής κρίσης ως ευκαιρίας για τον αποστιγματισμό και την πολιτική του αναβάθμιση, κι αυτό που συμβαίνει, τέλος, είναι η εργαλειοποίηση του ΛΑΟΣ εκ μέρους των κυρίαρχων κομμάτων, προκειμένου, αφ’ ενός να επιμεριστεί το πολιτικό κόστος που επιφέρει η διαχείριση της κρίσης, και αφ’ ετέρου, να συρρικνωθεί κατά το δυνατό ο ορίζοντας των διαθέσιμων εναλλακτικών δυνατοτήτων, σε βάρος της Αριστεράς, και κυρίως κάθε κοινωνικής ομάδας που, κινητοποιούμενη, θα μπορούσε να προσφέρει ένα παράδειγμα ότι τα πράγματα μπορούν σήμερα να γίνουν και αλλιώς.
Το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι οι μέχρι πρότινος ερμηνείες της κρίσης, ακόμα και από κατά τεκμήριο σοβαρούς ακαδημαϊκούς, δεν ασχολούνται με τις εξελίξεις αυτές ή τις θεωρούν ήσσονος σημασίας. Μοιάζει, ως μη όφειλε, αυτονόητο το γεγονός ότι επιστρατεύονται εθνικιστές για να σωθεί η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, και μοιάζει μάλλον λογικό η εθνική προσπάθεια να περνά, μεταξύ άλλων, από ένα κόμμα με δεδηλωμένο χρηματοδότη του έναν κατασκευαστή, που σήμερα ευνοείται σκανδαλωδώς από φωτογραφικές διατάξεις· πρόκειται για το ίδιο κόμμα, στελέχη του οποίου ανατρέχουν στον Γκράμσι για να εξηγήσουν πώς η αστική τάξη θα ξεμπερδέψει με την ηγεμονία της Αριστεράς στο Πανεπιστήμιο, μένοντας βέβαια συνεπείς σε αυτό που μας είχαν από χρόνια προειδοποιήσει: η ριζοσπαστική δεξιά, έγραφε το 2005 ο Χρήστος Χαρίτος, αμφισβητεί τη δειλία της αστικής τάξης απέναντι στην Αριστερά και διεκδικεί την ηγεμονία. Έχει ενδιαφέρον να δούμε αν οι μέχρι χτες δεδηλωμένοι πολέμιοί της, εμπιστευόμενοι τον πολυαναμενόμενο statesman, θα ανεχτούν την αναβάθμιση της ακροδεξιάς, ευθυγραμμιζόμενοι, αν και αντικρατιστές, με ένα όλο και πιο αυταρχικό κράτος.
Αναφορές
Carnoy, Martin / Castells, Μanuel (2001), «Η Παγκοσμιοποίηση, η Κοινωνία της Γνώσης και το Κράτος: Ο Πουλαντζάς στα τέλη της χιλιετίας», σε: Ρήγος, Άλκης / Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος (επιμ.), Η πολιτική σήμερα. Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Θεμέλιο
Βερναρδάκης, Χριστόφορος (2011), Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα. Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Σάκκουλα
Γεωργιάδου, Βασιλική (2008), «Ψηφίζοντας την άκρα δεξιά. Η εκλογική επιλογή του ΛΑ.Ο.Σ.», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 19
Γκίντενς, Άντονι (2009), Ο Τρίτος Δρόμος. Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας (μετάφραση: Ανδρέας Τάκης), Πόλις
Γράβαρης, Δημήτρης (2004), «Η πολιτική οικονομία των μορφών νομιμοποίησης. Από τον λαϊκισμό στον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό», σε: Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα: Αθήνα
Ελευθερίου, Κώστας /Τάσσης, Χρύσανθος (2011), «Εσωκομματική πολιτική και στρατηγική του κράτους: το ‘συμμετοχικό’ εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ (2004-2009)», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 27
Κράουτς, Κόλιν (2006), Μεταδημοκρατία (εισαγωγή-μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής), Εκκρεμές: Αθήνα
Λιάκος, Αντώνης (1989), «Περί Λαϊκισμού), Ιστορικά, τεύχος 10 [http://www.democritics.net/anti-pop/images/pdf/ta_istorika_laikismos.pdf]
Μπελαντής, Δημήτρης (1996), «Η ΄μαχητικότητα΄ της ελληνικής Δημοκρατίας: Ο κρατικός λόγος για τον ΄εσωτερικό εχθρό΄ στη ΄Μεταπολίτευση΄», μέρος β’ Θέσεις, τεύχος 54 [http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=526&Itemid=29]
Νέγκρι, Αντόνιο (2009), Goodbye Mr Socialism. Μια συζήτηση με τον Raf “Valvola” Selsi (μετάφραση: Παναγιώτης Καλαμαράς), Ελευθεριακή Κουλτούρα
Σακελλαρόπουλος, Σπύρος/Σωτήρης, Παναγιώτης (2004), «Μεταλλαγές του κομματικού φαινομένου και θωράκιση του πολιτικού επιπέδου απέναντι στα λαϊκά συμφέροντα, σε: Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα
Πρώτη δημοσίευση RedNoteBook
Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου
«Όσοι συμβιβάζονται με τις χαμηλές προσδοκίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας», γράφει ο Κόλιν Κράουτς, «θα βλέπουν μάλλον συγκαταβατικά την ανάδυση της μεταδημοκρατίας». Πρόκειται για μια μορφή που, όπως εξηγεί ο ίδιος, ενώ διατηρεί «ίχνη» της ακμάζουσας μεταπολεμικής δημοκρατίας, μέρος δηλαδή των τυπικών της διαδικασιών, ταυτόχρονα εμφανίζει σημάδια έκπτωσής της, και μαζί με αυτά, στοιχεία προ-δημοκρατικά.
Καθώς λοιπόν ο πολυκομματισμός, το εκλογικό δικαίωμα και η ελευθερία του Τύπου είναι στις μέρες μας εξασφαλισμένα, καθώς δηλαδή ο πήχυς είναι από δεκαετίες πολύ χαμηλά, ώστε ο στόχος να επιτυγχάνεται ευκολότερα, σημαντική μερίδα των καθ’ ημάς φιλελεύθερων μάλλον εύλογα απορρίπτει ως λαϊκιστικό το αίτημα για «πραγματική δημοκρατία», και πιο γενικά, αδυνατεί να κατανοήσει προς τι η συζήτηση που αναπτύσσεται στις μέρες μας για τα όρια της συμβίωσης καπιταλισμού και δημοκρατίας· οι επιφυλλίδες της Καθημερινής ή η αρθρογραφία του book’s journal, που στις κινητοποιήσεις της πλατείας Συντάγματος, για παράδειγμα, δεν είδαν άλλο από τη σύμπραξη ακροδεξιών και ακροαριστερών –δηλαδή λαϊκιστών της δεξιάς και της αριστεράς– είναι απολύτως ενδεικτικές. Την τελευταία τριετία, από την άλλη πλευρά, ο δημόσιος διάλογος κατακλύζεται από τη ρητορική της έκτακτης ανάγκης, η προέλευση της οποίας δεν είναι ακριβώς φιλελεύθερη· η ρητορική αυτή, ωστόσο, υιοθετείται χωρίς αντιστάσεις από φιλελεύθερους της αριστεράς και της δεξιάς – μάλλον εύλογα, έτσι, η εκ μέρους τους υποστήριξη ενός κυβερνητικού σχήματος με τη συμμετοχή της ακροδεξιάς, εξέλιξη αδιανόητη μέχρι πρότινος, μοιάζει να μην δημιουργεί καμία γνωστική ασυμφωνία.
Όπως θα επιχειρήσω να εξηγήσω, ωστόσο, οι εξελίξεις αυτές έχουν ιστορικό βάθος και, κυρίως, ισχυρή κοινωνική αγκύρωση. Αυτό που θα προσπαθήσω λοιπόν να δείξω σε ό,τι ακολουθεί είναι ότι ο εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς από τη μία πλευρά, και η ανάδυση ενός αντιλαϊκιστικού λόγου, που για να γίνει ηγεμονικός δεν μπορεί παρά να καταφεύγει στη γραμματική και το συντακτικό του λαϊκισμού –με άλλα λόγια: ενός τεχνοκρατικού λαϊκισμού ως μορφής νομιμοποίησης της κρατικής πολιτικής–, αποτελούν δύο συμπληρωματικές όψεις μιας εν εξελίξει εξέγερσης των ελίτ. Δανείζομαι τη φράση αυτή από τον αμερικανό κοινωνιολόγο Κρίστοφερ Λας, παρά τις διαφωνίες μου με πολλές από τις προκείμενές του, θεωρώντας ότι ακριβώς ο όρος «εξέγερση», με όλη τη βία που μεταξύ άλλων υπαινίσσεται, αντιστοιχεί σε αυτό που θα ονομάζαμε σήμερα «μνημονιακή διαχείριση της οικονομικής κρίσης».
***
Αναφέρθηκα στο ιστορικό βάθος αυτής της «εξέγερσης». Η αφετηρία της θα πρέπει να εντοπιστεί στη δεκαετία του ’90, σε μια περίοδο δηλαδή κατά την οποία εκδηλώνονται –ως αντιθετικές τότε– δύο διακριτές διαδικασίες:
Η πρώτη αφορά την εκπόνηση μιας κρατικής πολιτικής μονεταριστικής συναίνεσης, προσανατολισμένης βεβαίως προς την ευρωπαϊκή ενοποίηση και σε ρήξη με τον «λαϊκισμό» της πασοκικής οκταετίας ’81-‘89.
Η δεύτερη αφορά την ανασυγκρότηση της άκρας δεξιάς εντός και εκτός Νέας Δημοκρατίας, με όρους λαϊκού κινήματος, στο έδαφος μιας αντιεκσυγχρονιστικής πολιτικής ατζέντας (όχι δηλαδή πια επί τη βάσει του πολιτειακού), σε αντιπαράθεση με τον τεχνοκρατικό οικονομισμό, και σε κάθε περίπτωση, εντός του μεταδημοκρατικού παραδείγματος όπου κινείται πανευρωπαϊκά η ακροδεξιά. Η διεργασία αυτή σηματοδοτεί τον πρώτο εκσυγχρονισμό της ελληνικής ακροδεξιάς. Πρόκειται για εκσυγχρονισμό, με την έννοια της –αντιφατικής– αποστασιοποίησης από μια ορισμένη παράδοση. Η ακροδεξιά παύει να συγκροτείται αποκλειστικά ως χώρος υποδοχής των νοσταλγών της δικτατορίας, της μοναρχίας ή του ιστορικού φασισμού, και μένοντας στην ελληνική περίπτωση, η μετατόπιση αυτή διευκολύνει το δεύτερο εκσυγχρονισμό της, που πραγματοποιείται στα χρόνια της οικονομικής κρίσης· η δεύτερη αυτή φάση, όπως θα εξηγήσω αργότερα, αντιστοιχεί στην «κεντρώα» υποτίθεται στροφή της ακροδεξιάς κατά την τελευταία τετραετία.
Ο πρώτος εκσυγχρονισμός της ακροδεξιάς, στον οποίο θα σταθώ αμέσως πιο αναλυτικά, συντελείται στο έδαφος ενός δεξιού αντιεκσυγχρονιστικού λαϊκισμού. Ο λαϊκισμός αυτός καταγγέλλει τη σύγκλιση στο μεσαίο χώρο και βεβαίως επωφελείται από αυτήν, διαθέτει δηλαδή έντονα αντικαθεστωτικά στοιχεία, μολονότι μηχανισμοί που βρίσκονται στο στρατηγικό πεδίο του κράτους (υπουργεία, Εκκλησία και ΜΜΕ) είναι παρόντες, ήδη από την πρώτη στιγμή, σε αυτή την ανασυγκρότηση.
***
Από τις απόπειρες, λοιπόν, υπέρβασης της πολιτικής κρίσης των αρχών του ’90, μέχρι τις προσπάθειες να αντιμετωπιστεί η κρίση της συντηρητικής παράταξης, κρίση που κορυφώνεται το 2000 με τη συγκρότηση του ΛΑΟΣ, και από τα συλλαλητήρια του ’92-’93 για το Μακεδονικό μέχρι τις λαοσυνάξεις του 2001 για τις ταυτότητες, η Εκκλησία που επαναπολιτικοποιείται, και η ελληνική ακροδεξιά, που μέχρι τότε αδυνατεί να παρακολουθήσει την ανοδική τροχιά των ομόλογών της ευρωπαϊκών σχηματισμών, προτάσσουν από κοινού τη διάσωση της εθνικής ιδιοπροσωπίας, ως αντίβαρο στην εθνοκτόνο παγκοσμιοποίηση, και βέβαια στο αντίστοιχό της στα καθ’ ημας -- στο εκσυγχρονιστικό πρόγραμμα της κυβέρνησης Σημίτη.
Αυτό το τελευταίο, από την άλλη, εκπροσωπεί έναν κοσμοπολίτικο εθνικισμό, υλοποιείται δηλαδή θέτοντας «πρώτα την Ελλάδα» και στο όνομα της «ισχυρής Ελλάδας» μέσα στην Ευρώπη, ενώ παρουσιάζει κάθε πολιτική του ως αναπόφευκτη, καθώς αυτή επιβάλλεται από τον εθνικό στόχο της ΟΝΕ· η ανελαστική πραγματικότητα που υπαινίσσεται ο στόχος αυτός δεν μπορεί παρά να αποτελεί αντικείμενο διαχείρισης τεχνοκρατών, δηλαδή των «ειδημόνων».
Στα χρόνια αυτά, λοιπόν, η ακαδημαϊκή ιδιότητα των οικονομικών και πολιτικών εμπειρογνωμόνων (και πρώτου απ’ όλους του ίδιου πρωθυπουργού) αποτελεί εχέγγυο κοινωνικής αμεροληψίας και «ουδετερότητας», της υποτιθέμενης δηλαδή δυνατότητάς τους να στέκονται πέραν των κοινωνικών, πολιτικών και ιδεολογικών διαιρέσεων, άρα να ερμηνεύουν αυθεντικά το εθνικό συμφέρον. Η αμεροληψία, η ουδετερότητα και η αποτελεσματικότητα αντιστοιχούν στη θεώρηση της κατά Γκίντενς νέας σοσιαλδημοκρατίας για το κράτος· ένα κράτος που οφείλει να αποκεντρωθεί και να «αποκομματικοποιηθεί», εξ ου και ο πολλαπλασιασμός των «Ανεξάρτητων» (από κοινωνικό έλεγχο…) Αρχών, και βεβαίως η διάχυση ενός αντικομματισμού, χάρη στον οποίο ήδη από τις αρχές της δεκαετίας, η Εκκλησία και τα ιδιωτικά Μέσα Ενημέρωσης, συνεπικουρούμενα από το κράτος, κερδίζουν πολιτικό κεφάλαιο έναντι των κομμάτων. Είναι η περίοδος που μια ρητορική ενάντια στην «κομματικοποίηση του κράτους» χρησιμοποιείται από τα ΜΜΕ και τους εκσυγχρονιστές του ΠΑΣΟΚ για να δηλωθεί η ρήξη με το «λαϊκιστικό» πρότυπο της δεκαετίας του ’80, με αποτέλεσμα, όπως δείχνουν μεταξύ άλλων οι Ελευθερίου και Τάσσης, το ΠΑΣΟΚ να μεταβληθεί σταδιακά σε ένα κόμμα-μη κόμμα, ταυτισμένο πολιτικά με την κρατική διαχείριση, και εξαρτημένο οικονομικά από τον τραπεζικό δανεισμό και τις ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Στα χρόνια αυτά, η νέα σοσιαλδημοκρατία ανιχνεύει έναν Τρίτο Δρόμο «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς». Ζητούμενο, ήδη από τότε, από τα χρόνια δηλαδή της οικονομικής μεγέθυνσης, είναι «λύσεις που να δουλεύουν» –η πολιτική δηλαδή νομιμοποιείται στη βάση της «αποτελεσματικότητας»–, και οι λύσεις αυτές δεν νοείται να εμποδίζονται από «κατεστημένες νοοτροπίες» και «αναχρονιστικές συντεχνίες». Σε βάρος αυτών των τελευταίων θριαμβεύει ένας θεσμοποιημένος ατομισμός, για τον οποίο τα δικαιώματα δεν είναι πλέον κοινωνικά, αλλά αφορούν άτομα: άτομα υπεύθυνα για τις πράξεις τους, έτοιμα να αναλάβουν τους κινδύνους των επιλογών τους, κινητικά· άτομα που ρισκάρουν και διαμορφώνουν τα ίδια την προσωπικότητά τους μέσα από πολλαπλούς δρόμους, άσχετα αν το κόστος της διακινδύνευσης δεν είναι το ίδιο για όλους και άσχετα αν δεν είναι όλοι σε θέση να το επωμιστούν.
Στα συμφραζόμενα αυτού του κοινωνικού κατακερματισμού, ήδη δηλαδή από τη δεκαετία του ’90, η δημοκρατία θα παρουσιάζεται ως ανταγωνιστική προς την οικονομική ανάπτυξη. Με τους όρους του Γράβαρη, αν «κατά το χρονικό διάστημα ‘80-‘89 οι χαμηλές τιμές στο δείκτη οικονομικής σταθερότητας και μεγέθυνσης συνοδεύονται από υψηλές τιμές στο δείκτη εκδημοκρατισμού του πολιτικού συστήματος», την περίοδο ‘90-2001 η τάση αυτή θα αντιστραφεί· στο εξής, όσο λιγότερο πολιτικοποιημένη (δηλαδή εθνικοποιημένη) είναι η ατζέντα της κρατικής πολιτικής, τόσο αποτελεσματικότερες είναι οι επιλογές σε σχέση με τους στόχους της οικονομίας. Οι τελευταίοι τίθενται, βεβαίως, στο όνομα μιας «ισχυρής Ελλάδας» και μιας «ισχυρής κοινωνίας»· όλως παραδόξως, όμως, σημαίνουν την εμπλοκή στα κοινά ολοένα και λιγότερων Ελλήνων.
Είναι ακριβώς στο σημείο αυτό, και παρά τις σημαντικές διαφορές εκσυγχρονισμού και ακροδεξιού αντιεκσυγχρονισμού (κυρίως στην εξωτερική πολιτική και την ατζέντα του «πολιτισμικού φιλελευθερισμού»), που αναδεικνύεται μια εντυπωσιακή συμπληρωματικότητα των δύο, κατά τα άλλα αντιτιθέμενων, λόγων. Η μάχη με τον εκσυγχρονισμό στο πεδίο της «εθνικής ιδιοπροσωπίας», που δίνει από τα χρόνια εκείνα η ακροδεξιά, δεν αμφισβητεί τους κεντρικούς στόχους του εκσυγχρονισμού· μολονότι δε, η μάχη αυτή προϋποθέτει την απεύθυνση στο λαό και ταυτίζεται επανειλημμένα με τη μαζική κινητοποίηση –«για την ταυτότητα, που είναι η ψυχή μας»–, εντούτοις αποδεικνύεται καθ’ όλα συμβατή με την αποπολιτικοποίηση των κεντρικών επιλογών της κυβέρνησης Σημίτη, και ασφαλώς ταυτόσημη με τον αντικομματισμό που η τελευταία επαγγέλλεται και υλοποιεί. Από αυτή την άποψη, η ακροδεξιά μοιάζει ο προνομιακός αντίπαλος-συμπαίκτης του ΠΑΣΟΚ – όπως κατά μία έννοια συμβαίνει και σήμερα, με το μειοψηφικό και εύκολα απαξιώσιμο «μπλοκ της δραχμής».
Η ακροδεξιά πολιτεύεται ως «κόμμα του αντικομματισμού», και όπως σε όλη την Ευρώπη, έτσι και στην Ελλάδα, επιχειρεί να επωφεληθεί της κρίσης των ιδεολογιών, αυτοπαρουσιαζόμενη επίσης «πέραν της Αριστεράς και της Δεξιάς», προπαγανδίζοντας το δικό της Τρίτο Δρόμο. Γράφει σχετικά ο Μάκης Βορίδης, νυν υπουργός της εθνοσωτήριας κυβέρνησης: «Από το γαλλικό ΄ni gauche ni droite΄ (oύτε αριστερά ούτε δεξιά) στην ιταλική ‘terza via’ (τρίτος δρόμος), είναι φανερό ότι τουλάχιστον μία ορισμένη πλευρά της εθνικής πολιτικής σκέψης υπερβαίνει το δίλημμα αυτό, παρουσιάζοντας την εθνική θέση ως ικανή να ξεπεράσει τη διχαστική για τον λαό διάκριση ανάμεσα σε ΄δεξιούς΄ και ΄αριστερούς΄».
***
Θα αντέτεινε εδώ κάποιος ότι η πρόταση να υπερβούμε την πόλωση «Αριστερά/Δεξιά», που διατυπώνει από δεκαετίες το μεταφασιστικό ΜSI, δεν μπορεί να συσχετίζεται με το μπλερικό Νέο Κέντρο της δεκαετίας του ’90 – ακόμα κι αν και τα δύο προγράμματα αμφισβητούν από κοινού τη δυνατότητα έκφρασης, στο πολιτικό επίπεδο, των ταξικών ανταγωνισμών. Θα μπορούσε επίσης να πει κανείς ότι αυτός ο ριζοσπαστικός κεντρισμός, που εισηγείται τότε η νέα σοσιαλδημοκρατία, είχε την ευγενή φιλοδοξία να εκφράσει την προσπάθεια μιας (αποτελεσματικής/κυβερνώσας) Αριστεράς να αντιμετωπίσει έναν «πολύπλοκο κόσμο» -- να λάβει δηλαδή υπ’ όψιν της τις νέες, «υβριδικές» πολιτικές ταυτότητες και την περίφημη πολυσθένεια των κοινωνικών υποκειμένων (για την οποία, εξάλλου, έγινε αρκετός λόγος και στη χώρα μας, στα συμφραζόμενα μιας συζήτησης περί της στρεβλής, υποτίθεται, καπιταλιστικής ανάπτυξης…). Αρκετά έγκαιρα, ωστόσο, στις ενστάσεις αυτές διατυπώθηκε μια εύλογη αντίρρηση, και μάλιστα από διανοούμενους κάθε άλλο παρά ύποπτους για λαϊκισμό: η «πολυπλοκότητα του κόσμου» και η πολυσθένεια των κοινωνικών υποκειμένων, γράφει ο Αντώνης Λιάκος, δεν υπαγορεύουν αναγκαστικά την υιοθέτηση ενός λόγου ασαφούς και χωρίς ταξικές συνδηλώσεις, αλλά ενός λόγου που συνδυάζει διαφορετικές ταξικές θέσεις σε διαφορετικές συνθέσεις. Αντίθετα, θα συμπληρώναμε εμείς, αν κάτι υπαγορεύει την υιοθέτηση ενός λόγου εθνικού, δηλαδή κοινωνικά πανσυλλεκτικού, αυτό δεν είναι παρά η ταύτιση του εκάστοτε φορέα του λόγου αυτού με το κράτος.
Το καπιταλιστικό κράτος, μας λέει ο Πουλαντζάς, ποτέ δεν αυτοπαρουσιάστηκε ως ταξικό κράτος. Μιλά παντού, ως κράτος εθνικό, φροντίζοντας ο λόγος του να μην αποτελεί απλά και μόνο αντανάκλαση του καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική κοινωνία. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, το ίδιο αυτό κράτος αποτελεί έναν ουσιαστικό παράγοντα για την οργάνωση του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, στο βαθμό που αναπαράγει τον κοινωνικό «κατακερματισμό-ατομικισμό», που είναι εγγενής στον καταμερισμό αυτό.
Η ιδεολογία του ατομικισμού, από την άλλη πλευρά, δεν εξυπηρετεί μονάχα την κάλυψη και την απόκρυψη των σχέσεων μεταξύ των τάξεων, όπως εξηγούν οι Καστέλς και Καρνόυ. Η ίδια ιδεολογία παίζει και ενεργό ρόλο στη διαίρεση και απομόνωση των λαϊκών μαζών.
Στα χρόνια λοιπόν της ουδετεροποίησης του κράτους και της εξατομίκευσης των κοινωνικών δικαιωμάτων, χάριν βεβαίως του εξορθολογισμού και για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας, η αποτελεσματικότητα αυτή, με τον τρόπο που τουλάχιστον εννοείται, κάθε άλλο παρά επιτυγχάνεται. Το 2001, η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες μόλις θέσεις όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του κοινωνικού κράτους. Κατά την ίδια περίοδο, όμως, το υποτιθέμενο κοινωνικά ουδέτερο κράτος οργανώνει, μέσω του ΠΑΣΟΚ και στο όνομα της «απελευθέρωσης της οικονομίας», μία κλειστή σχέση με εταιρείες (τράπεζες, κατασκευαστικές, εξοπλιστικές, εταιρείες μεταφορών και τηλεπικοινωνιών, κλάδους της πληροφορικής, της ενέργειας, της παιδείας, της υγείας και των ΜΜΕ…), ενώ το ίδιο το ΠΑΣΟΚ οικοδομεί σχέσεις αλληλοϋποστήριξης με μεγάλες επιχειρηματικές οικογένειες, ιδιωτικοποιώντας παράλληλα πλήθος κερδοφόρων επιχειρήσεων, όπως συνοπτικά δείχνει ο Βερναρδάκης στο τελευταίο βιβλίο του. Πρόκειται, αν μη τι άλλο, για έναν ιδιότυπο, και πάντως διόλου αμερόληπτο αντικρατισμό, ενδεδυμένο ασφαλώς το μανδύα του εθνικού συμφέροντος…
***
Είναι εντυπωσιακό ότι στις ερμηνείες της κρίσης που κυριαρχούν στα Μέσα Ενημέρωσης, και που μεταξύ άλλων υποστηρίζονται από τακτικά δημοσιολογούντες ακαδημαϊκούς, αυτό το τμήμα της εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσης Μεταπολίτευσης που ξεκινά από τη δεκαετία του ’90, λάμπει διά της απουσίας του. Εξίσου απούσα, όμως, είναι και η αναφορά στις πολιτικές συνθήκες υπό τις οποίες επιτεύχθηκε ο εκσυγχρονισμός της άκρας δεξιάς και στις δύο φάσεις του. Σπάνια αναφέρεται, για παράδειγμα, το γεγονός ότι ο Κώστας Σημίτης, ήδη από την «αντιεκσυγχρονιστική» φάση της ακροδεξιάς, θεωρούσε έλλειμμα τη μη αυτόνομη παρουσία της στην εγχώρια πολιτική σκηνή. Σπάνια, επίσης, γίνεται λόγος και για την εύνοια που είχε η ακροδεξιά από όλα τα φίλα προσκείμενα στο ΠΑΣΟΚ μέσα ενημέρωσης, όπως συνέβαινε άλλωστε επί Μιτεράν και στη Γαλλία, στην περίπτωση του Λεπέν. Μάλλον απαρατήρητο, τέλος, έχει περάσει και το γεγονός ότι η σημερινή Νέα Δημοκρατία μοιάζει να μην έχει κανένα πρόβλημα όταν ο ΛΑΟΣ ζητά από το κράτος να κάνει επίσημα περίπου ό,τι η Χρυσή Αυγή εν είδει ακτιβισμού – το μόνο πρόβλημα είναι κατά πόσο ο ΛΑΟΣ είναι ή όχι υποστήλωμα του «αιώνιου αντιπάλου», του ΠΑΣΟΚ.
Παρέθεσα ορισμένα παραδείγματα που, ειδικά στην παρούσα συγκυρία, μας υποχρεώνουνν να ερμηνεύσουμε την πολιτική αναβάθμιση της –λογιζόμενης ως γραφικής μέχρι πρότινος– ακροδεξιάς υπό το πρίσμα αυτού που ο Νέγκρι ονομάζει εξτρεμισμό του κέντρου: της θωράκισης του πολιτικού επιπέδου απέναντι στα λαϊκά αιτήματα και συμφέροντα, της επίτασης της στρατηγικής επιλεκτικότητας του κράτους, της ασφυκτικής συρρίκνωσης της αντιπροσωπευτικότητας συνολικά του πολιτικού συστήματος και, τέλος, της εγγραφής των διεργασιών αυτών στο νομικό σύστημα και τους κατασταλτικούς μηχανισμούς. Το νομιμοποιητικό λόγο αυτού του «εξτρεμισμού» μπορούμε να αποκαλέσουμε τεχνοκρατικό λαϊκισμό.
Πρόκειται για έναν λαϊκισμό που συνομιλεί με τον κατακερματισμό του κοινωνικού, τον οποίο περιέγραψα προηγουμένως, αν και ίχνη του βρίσκουμε αρκετά πίσω, στα 1982. Είναι η χρονιά που η απεργία της ΟΤΟΕ θα χαρακτηριστεί άκαιρη, συντεχνιακή και αντικοινωνική, και σε συνέχεια αυτού του διαβήματος, το ΠΑΣΟΚ θα ψηφίσει το περίφημο άρθρο 4, με το οποίο επιχειρείται ο περιορισμός των απεργιών στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Έκτοτε, οι κοινωνικές οργανώσεις που δεν λειτουργούν με κριτήρια «συνυπευθυνότητας υπέρ της οικονομίας» θα στιγματίζονται ως «συντεχνιακές», καθώς «στερούν το κοινωνικό σύνολο από τις δημόσιες υπηρεσίες» και «προκαλούν κινδύνους βλάβης στο καταναλωτικό κοινό». Στο ίδιο πρότυπο, οι «προνομιούχοι» εργαζόμενοι της Ολυμπιακής, τα «ρετιρέ», δεν δικαιούνται να απεργούν, διότι παίρνουν υψηλές αμοιβές, έστω κι αν η απαγόρευση κάθε άλλο παρά θα σημάνει τη μισθολογική αναβάθμιση άλλων κατηγοριών. Στα 1988, και για λόγους υγείας του κοινωνικού συνόλου, θα πρέπει να διακόψουν την απεργία τους και οι εργαζόμενοι στη ΔΕΗ το 1988, ενώ το 1990 και η ΟΛΜΕ οφείλει να μεταθέσει τη δική της απεργία την περίοδο των εξετάσεων, για να μην παραταθεί η αγωνία των μαθητών. Στη δεκαετία του ’90, και με τη συνδρομή πια και των ιδιωτικών ΜΜΕ, κάθε αντίσταση στην ιδιωτικοποίηση θα είναι «αντιαναπτυξιακή» και υποκινούμενη από «άνομα συμφέροντα», κάθε καταγγελία της αποδόμησης των κοινωνικών παροχών «εγωιστική» και «αντιεξισωτική», ενώ μαζί με το συντεχνιασμό των μισθωτών, θα στηλιτεύεται και αυτός των μεσαίων στρωμάτων (γιατρών, δικηγόρων κ.ο.κ.). Στα ίδιο κλίμα, την περίοδο ’91-’92 η μαχητική απεργία της ΕΑΣ θα χαρακτηριστεί «κοινωνική τρομοκρατία», και μερικά χρόνια αργότερα, η διαδήλωση κατά της επίσκεψης Κλίντον θα στιγματιστεί, από κυβέρνηση και ΜΜΕ, ως ενέργεια που εκθέτει τη χώρα.
Οι θεωρίες περί πολιτικής υποκίνησης συνοδεύουν διαχρονικά κάθε μομφή προς κοινωνικές κινητοποιήσεις που, υποτίθεται, στρέφονται εναντίον της χώρας, της κοινωνικής πλειοψηφίας, του φορολογούμενου πολίτη κ.ο.κ. Όσο δε το ΠΑΣΟΚ ταυτίζεται με τη νεοφιλελεύθερη διαχείριση, ο αντισυντεχνιακός και αντιλαϊκιστικός λόγος θα έχει ως αποκλειστικό αποδέκτη την Αριστερά, αναγόμενος έτσι σε ένα είδος εκσυγχρονισμένου αντικομμουνισμού, που βλέπει στην Αριστερά εκείνο το χώρο που «ξεπλένει» τη βία. Το είδαμε το 2006-2007 και 2008 με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στις απεργίες των λιμενεργατών το 2010· σύμφωνα με τον πρωθυπουργό, το ΚΚΕ προκαλεί συνειδητά επεισόδια, οι απεργίες συνιστούν αντιδημοκρατικές κινητοποιήσεις, αφαιρούν εθνικό εισόδημα και εμποδίζουν τη δημιουργία θέσεων εργασίας, δυσχεραίνοντας την εθνική προσπάθεια και διαιωνίζοντας την οικονομική εξάρτηση από τον ξένο δανεισμό.
Κάπως έτσι, μάλλον λογικά η Καθημερινή θα σημειώσει πως «με τη στάση που τηρεί, το ΚΚΕ επιβεβαιώνει πόσο εσφαλμένη ήταν η άνευ όρων νομιμοποίησή του το 1974» · και μάλλον λογικά ο διευθυντής της θα εξάρει, αντιστικτικά, τη σοβαρότητα του ΛΑΟΣ, όπως θα κάνουν κατ’ επανάληψη στελέχη της κυβέρνησης, και όπως νωρίτερα έχει κάνει ο Γιάννης Πρετεντέρης, για τον οποίο «η ατζέντα Καρατζαφέρη είναι η αυτονόητη ατζέντα της καθημερινότητας του πολίτη».
***
Στη συγκυρία της οικονομικής κρίσης, λοιπόν, αυτό που εκτυλίσσεται δεν είναι μια στροφή του ΛΑΟΣ προς το μεσαίο χώρο, που θα δήλωνε την επιτυχία μιας στρατηγικής συμπερίληψης του κόμματος αυτού από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ. Αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι η τοποθέτηση του ΛΑΟΣ στην ακροδεξιά, στην κλίμακα πλέον και του οικονομικού φιλελευθερισμού, και μάλιστα την ίδια στιγμή που η ατζέντα του στα ζητήματα νόμου-τάξης και το μεταναστευτικό, όχι μόνο δεν έγινε μετριοπαθέστερη, αλλά αντίθετα, έχει καταστεί ηγεμονική. Αυτό που συμβαίνει είναι η ανάγνωση, εκ μέρους του ΛΑΟΣ, της πολιτικής κρίσης ως ευκαιρίας για τον αποστιγματισμό και την πολιτική του αναβάθμιση, κι αυτό που συμβαίνει, τέλος, είναι η εργαλειοποίηση του ΛΑΟΣ εκ μέρους των κυρίαρχων κομμάτων, προκειμένου, αφ’ ενός να επιμεριστεί το πολιτικό κόστος που επιφέρει η διαχείριση της κρίσης, και αφ’ ετέρου, να συρρικνωθεί κατά το δυνατό ο ορίζοντας των διαθέσιμων εναλλακτικών δυνατοτήτων, σε βάρος της Αριστεράς, και κυρίως κάθε κοινωνικής ομάδας που, κινητοποιούμενη, θα μπορούσε να προσφέρει ένα παράδειγμα ότι τα πράγματα μπορούν σήμερα να γίνουν και αλλιώς.
Το πιο ενδιαφέρον, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι οι μέχρι πρότινος ερμηνείες της κρίσης, ακόμα και από κατά τεκμήριο σοβαρούς ακαδημαϊκούς, δεν ασχολούνται με τις εξελίξεις αυτές ή τις θεωρούν ήσσονος σημασίας. Μοιάζει, ως μη όφειλε, αυτονόητο το γεγονός ότι επιστρατεύονται εθνικιστές για να σωθεί η ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας, και μοιάζει μάλλον λογικό η εθνική προσπάθεια να περνά, μεταξύ άλλων, από ένα κόμμα με δεδηλωμένο χρηματοδότη του έναν κατασκευαστή, που σήμερα ευνοείται σκανδαλωδώς από φωτογραφικές διατάξεις· πρόκειται για το ίδιο κόμμα, στελέχη του οποίου ανατρέχουν στον Γκράμσι για να εξηγήσουν πώς η αστική τάξη θα ξεμπερδέψει με την ηγεμονία της Αριστεράς στο Πανεπιστήμιο, μένοντας βέβαια συνεπείς σε αυτό που μας είχαν από χρόνια προειδοποιήσει: η ριζοσπαστική δεξιά, έγραφε το 2005 ο Χρήστος Χαρίτος, αμφισβητεί τη δειλία της αστικής τάξης απέναντι στην Αριστερά και διεκδικεί την ηγεμονία. Έχει ενδιαφέρον να δούμε αν οι μέχρι χτες δεδηλωμένοι πολέμιοί της, εμπιστευόμενοι τον πολυαναμενόμενο statesman, θα ανεχτούν την αναβάθμιση της ακροδεξιάς, ευθυγραμμιζόμενοι, αν και αντικρατιστές, με ένα όλο και πιο αυταρχικό κράτος.
Αναφορές
Carnoy, Martin / Castells, Μanuel (2001), «Η Παγκοσμιοποίηση, η Κοινωνία της Γνώσης και το Κράτος: Ο Πουλαντζάς στα τέλη της χιλιετίας», σε: Ρήγος, Άλκης / Τσουκαλάς, Κωνσταντίνος (επιμ.), Η πολιτική σήμερα. Ο Νίκος Πουλαντζάς και η επικαιρότητα του έργου του, Θεμέλιο
Βερναρδάκης, Χριστόφορος (2011), Πολιτικά κόμματα, εκλογές & κομματικό σύστημα. Οι μετασχηματισμοί της πολιτικής αντιπροσώπευσης 1990-2010, Σάκκουλα
Γεωργιάδου, Βασιλική (2008), «Ψηφίζοντας την άκρα δεξιά. Η εκλογική επιλογή του ΛΑ.Ο.Σ.», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 19
Γκίντενς, Άντονι (2009), Ο Τρίτος Δρόμος. Η ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας (μετάφραση: Ανδρέας Τάκης), Πόλις
Γράβαρης, Δημήτρης (2004), «Η πολιτική οικονομία των μορφών νομιμοποίησης. Από τον λαϊκισμό στον τεχνοκρατικό εκσυγχρονισμό», σε: Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα: Αθήνα
Ελευθερίου, Κώστας /Τάσσης, Χρύσανθος (2011), «Εσωκομματική πολιτική και στρατηγική του κράτους: το ‘συμμετοχικό’ εγχείρημα του ΠΑΣΟΚ (2004-2009)», Επιστήμη και Κοινωνία, τεύχος 27
Κράουτς, Κόλιν (2006), Μεταδημοκρατία (εισαγωγή-μετάφραση: Αλέξανδρος Κιουπκιολής), Εκκρεμές: Αθήνα
Λιάκος, Αντώνης (1989), «Περί Λαϊκισμού), Ιστορικά, τεύχος 10 [http://www.democritics.net/anti-pop/images/pdf/ta_istorika_laikismos.pdf]
Μπελαντής, Δημήτρης (1996), «Η ΄μαχητικότητα΄ της ελληνικής Δημοκρατίας: Ο κρατικός λόγος για τον ΄εσωτερικό εχθρό΄ στη ΄Μεταπολίτευση΄», μέρος β’ Θέσεις, τεύχος 54 [http://www.theseis.com/index.php?option=com_content&task=view&id=526&Itemid=29]
Νέγκρι, Αντόνιο (2009), Goodbye Mr Socialism. Μια συζήτηση με τον Raf “Valvola” Selsi (μετάφραση: Παναγιώτης Καλαμαράς), Ελευθεριακή Κουλτούρα
Σακελλαρόπουλος, Σπύρος/Σωτήρης, Παναγιώτης (2004), «Μεταλλαγές του κομματικού φαινομένου και θωράκιση του πολιτικού επιπέδου απέναντι στα λαϊκά συμφέροντα, σε: Κοινωνική αλλαγή στη σύγχρονη Ελλάδα, Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα
Ετικέτες
Δ.Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)