Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σ.Δημητρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σ.Δημητρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Σ.Δημητρίου:Για την συνομιλία Φιλελευθερισμού Μαρξισμού

Δημοσιεύω το άρθρο του Σ.Δημητρίου "Υπάρχει ο κοινωνικός φιλελευθερισμός";

Παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα κατακλίδα για την δυνατότητα συνομιλίας Ρεπουμπλικανικού Φιλελευθερισμού - Μαρξισμού. 




«Με βάση τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό. Και με στόχο να τελειώσει η ηγεμονία των Αριστερών ιδεών στην Ελλάδα, ώστε να βρει ξανά η χώρα μας και ο λαός μας τις ιδέες που του ταιριάζουν καλύτερα. Τις ιδέες και τις αξίες που μπορούν να απελευθερώσουν τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει ο Έλληνας μέσα του».
Αντώνης Σαμαράς

Κωνσταντίνος Αρβανιτόπουλος, Κοινωνικός φιλελευθερισμός. Για την Ελλάδα της ελευθερίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Πρόλογος: Αντώνης Σαμαράς και Βασίλειος Ι. Μιχαλολιάκος, εκδόσεις Ποιότητα, Αθήνα 2012, σελ. 255.

I
Το ενδιαφέρον βιβλίο του Κωνσταντίνου Αρβανιτόπουλου προσπαθεί να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά του όρου «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Είναι μια σοβαρή απόπειρα, όχι μόνο για τον προσδιορισμό του όρου, αλλά και για την περιγραφή των πολιτικών του γνωρισμάτων και του πώς αυτά μπορούν να συνθέσουν την ιδεολογική ταυτότητα του πολιτικού του φορέα. Στη συνέχεια αυτού του βιβλιοκριτικού κειμένου, το οποίο, εφόσον δεν είναι απλή βιβλιοπαρουσίαση, προϋποθέτει κάποια γνώση του περιεχομένου, θα ασχοληθώ με τις βασικές του θέσεις, καθώς και με την επιχειρηματολογική τους υποστήριξη. Για να ορίσουμε το πλαίσιο της κριτικής και του διαλόγου, θα πρέπει:
Α. Να παρακολουθήσουμε πώς εισάγεται από τον συγγραφέα ο όρος «κοινωνικός φιλελευθερισμός».
Β. Να ελέγξουμε πώς αυτός ο όρος διαφοροποιείται από άλλες συναφείς έννοιες, ώστε να κερδίσει την αυτοτέλεια την οποία διεκδικεί, καθώς και τη νόμιμη χρήση του, τη θεωρητική-επιστημολογική, αλλά και, κυρίως, όπως εναργώς καταφαίνεται από τη διήκουσα προβληματική του βιβλίου, την ιδεολογική χρήση του.
Γ. Να ελέγξουμε τα συμπεράσματα, έχοντας με σαφήνεια διατυπώσει τη θέση από την οποία αφορμάται αυτή η κριτική, ώστε να κριθεί και η ίδια κριτική.
Ο συγγραφέας υποστηρίζει τις θέσεις του για τον κοινωνικό φιλελευθερισμό, διανύοντας μια πορεία πέντε βημάτων, τα οποία αντιστοιχούν σε ισάριθμα κεφάλαια. Θα προσπαθήσω να παρακολουθήσω αυτήν την πορεία και εν συνεχεία να την διανύσω με φορά αντίστροφη από αυτήν που ακολουθεί και μας υποδεικνύει το επιχείρημα του συγγραφέα.


II
Α. Ο Κ. Αρβανιτόπουλος, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του, αναζητεί τις προϋποθέσεις του κοινωνικού φιλελευθερισμού στην αριστοτελική ιδέα της μεσότητας, καθώς και στη νεωτερική αρχή της ανεκτικότητας, που προέβαλε, κυρίως, η θεωρία του Λοκ. Στη συνέχεια, διεξέρχεται τη νεωτερική φιλοσοφική παράδοση, για να καταλήξει στον «φιλελεύθερο ρεφορμισμό και τις αρχές του κράτους-πρόνοιας». Στο δεύτερο κεφάλαιο, ασχολείται με τη σχέση ανάμεσα στον κεϋνσιανό παρεμβατισμό και τη νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση. Στο τρίτο κεφάλαιο, αναζητούνται οι προϋποθέσεις της θεωρητικής θεμελίωσης του κοινωνικού φιλελευθερισμού, ενώ, στο τέταρτο και το πέμπτο, ασχολείται με την εξέλιξη του φιλελευθερισμού, στην Ελλάδα, καθώς και με τη θέση του, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και τον κόσμο. Ως προς τη θεωρητική θεμελίωση του «κοινωνικού φιλελευθερισμού», αναγνωρίζεται ως πολύ ξεχωριστή η συμβολή του Giscard dEstaing, ο οποίος, σύμφωνα με τον Κ. Αρβανιτόπουλο, «υπογραμμίζει ότι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός αποτελεί μια συμμετρική σύζευξη ανάμεσα στην ιδιότητα του ανθρώπου ως ατόμου και μέλους της κοινωνίας· στην ιδέα της ελευθερίας ως κατοχύρωσης της δυνατότητας του ανθρώπου στην ανεμπόδιστη ανάληψη πρωτοβουλιών και του δικαιώματός του στην απρόσκοπτη πραγματοποίηση των επιλογών του· και στην ιδέα της αλληλεγγύης ως έκφρασης του καθήκοντος του ανθρώπου για δικαιοσύνη και της συνείδησης του ανθρώπου ότι ανήκει σε μια ευρύτερη κοινότητα»(σ.118, σημ.22,). Κατά τον συγγραφέα, ο dEstaing «προσπάθησε να οριοθετήσει το ιδεολογικό πρόταγμα που θα έπρεπε να εμπνεύσει αυτές τις μεταρρυθμίσεις προσδιορίζοντάς το ως κοινωνικό φιλελευθερισμό»(σ.118)

Β. Είδαμε λοιπόν πως εισάγεται ο όρος «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Επίσης, ο υπότιτλος του βιβλίου μάς πληροφορεί και για τις ορίζουσες έννοιες: είναι οι αξιακές έννοιες της ελευθερίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης. Άλλωστε, κατά τον συγγραφέα, και ο dEstaing στοχεύει στον εννοιολογικό προσδιορισμό του όρου «ξεκινώντας τις τοποθετήσεις του από την πρωταρχικότητα της ιδέας της ελευθερίας» (σ.118). Ποια ιδέα της ελευθερίας όμως απαιτείται, ώστε να συνδυασθούν η ατομική ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη; Το ερώτημα προκύπτει, εφόσον ο ίδιος ο συγγραφέας προσπαθεί να προσδιορίσει τον κοινωνικό φιλελευθερισμό μέσα από τις προαναφερθείσες έννοιες. Ο συσχετισμός της ελευθερίας με την αρχή της κοινωνικής αλληλεγγύης προϋποθέτει συγκεκριμένη εννόηση της ελευθερίας. Η τελευταία, προκειμένου να συνδυαστεί με την ισότητα και την αλληλεγγύη, έχει πολιτικό περιεχόμενο. Έχει, δηλαδή, περιεχόμενο που συνδέει τον πολιτικό φιλελευθερισμό με ρεπουμπλικανικές αρχές. Ας ορίσουμε το πρόβλημα: εάν η έννοια «ελευθερία» είναι το κριτήριο προσδιορισμού του όρου «κοινωνικός φιλελευθερισμός», τότε θα είναι και κριτήριο για τη σημασιακή διάκριση του κοινωνικού φιλελευθερισμού από τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Επειδή, όμως, ο Κ. Αρβανιτόπουλος συνδέει τον κοινωνικό φιλελευθερισμό με την κοινωνική αλληλεγγύη και δικαιοσύνη, ο κοινωνικός φιλελευθερισμός θα πρέπει να διακριθεί, με βάση το ίδιο κριτήριο, κυρίως από τη ρεπουμπλικανική εκδοχή του πολιτικού φιλελευθερισμού, αυτήν δηλαδή που αναφέρεται και στην κοινωνική αλληλεγγύη και στην ισότητα και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Μπορούμε, λοιπόν, να θέσουμε το κύριο ερώτημα: γιατί ο κοινωνικός φιλελευθερισμός δεν είναι ρεπουμπλικανικός, πολιτικός φιλελευθερισμός; Πώς, δηλαδή, δικαιολογείται ο κοινωνικός φιλελευθερισμός ως επιλογή αντί του πολιτικού φιλελευθερισμού; Υπάρχει όντως «κοινωνικός φιλελευθερισμός» ή είναι όρος δημιουργηθείς με σκοπό να προσδώσει ιδεολογική ταυτότητα στον πολιτικό του φορέα;

Γ. Για να αντιμετωπίσουμε τα ερωτήματα, θα πρέπει να δούμε πώς συλλαμβάνει ο πολιτικός φιλελευθερισμός την έννοια της ελευθερίας. Αν κατανοήσουμε τον συγκεκριμένο εννοιολογικό προσδιορισμό της, τότε θα μπορέσουμε να προσδιορίσουμε και τη σχέση της με την έννοια της ισότητας και, μετά, με αυτήν της κοινωνικής αλληλεγγύης και της δικαιοσύνης. Δηλαδή, θα μπορέσουμε να διακριβώσουμε τους εννοιολογικούς αρμούς που συνέχουν τον όρο «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Ας δούμε τη διάκριση:
i. ο πολιτικός φιλελευθερισμός συλλαμβάνει την ελευθερία μέσα από την ανεμπόδιστη άσκησή της, ώστε, ως έννομη ελευθερία, να προσδιορίζει και την έννοια του νόμου: ο νόμος νοείται ως πλαίσιο που διασφαλίζει τη συμβατή σχέση των πεδίων της αρνητικής, εξωτερικής ελευθερίας, δηλαδή ως αναγκαίο πλαίσιο που μας επιτρέπει να είμαστε ελεύθεροι από εμπόδια που παρακωλύουν τις ατομικές μας επιλογές εντός του υπάρχοντος νομικοπολιτικού πλαισίου. Γι΄ αυτό, η συγκεκριμένη λειτουργία της ελευθερίας είναι κυρίως αποτρεπτική-αρνητική: αποτρέπει από παρεμβάσεις που θα παρεμπόδιζαν την απρόσκοπτη ενάσκηση των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η ατομική ελευθερία λοιπόν δεν είναι παρά η αφαίρεση εμποδίων μέσω των περιορισμών που θέτει ο νόμος σε οποιονδήποτε εγείρει τέτοια εμπόδια, πλην των εκ του νόμου τιθέμενων.
ii. Ο ρεπουμπλικανικός, πολιτικός φιλελευθερισμός αναδεικνύει τη σχέση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας μέσα από τη σύνδεση προσωπικής και πολιτικής αυτονομίας. Η ελευθερία νοείται ως πολιτική ελευθερία και συνυφαίνεται με την έννοια του πολιτικού δικαιώματος ως κανονιστικής ιδέας και αρχής που μπορεί να περιλάβει και τα κοινωνικά δικαιώματα ως αιτήματα για τον περιορισμό και την άρση των ανισοτήτων, άρα και για την κραταίωση της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η πολιτική εννόηση της ελευθερίας, ευρισκόμενη σε συνάφεια με αυτήν του πολιτικού δικαιώματος, είναι συμφυής με τον θετικό προσδιορισμό του νόμου, αναδεικνύει την εγγενή αξία της πολιτικής συμμετοχής και καθιστά την έννοια του πολιτικού δικαιώματος το ουσιώδες και ανεξάλειπτο, κανονιστικό κατηγόρημα που αποδίδεται στο υποκείμενο «πολίτης». Σε αυτή τη συζυγία, η ρεπουμπλικανική εννόηση της ελευθερίας υπερβαίνει το αρνητικό, ατομικό δικαίωμα, που συγκροτείται σε αναφορά προς την ιδέα της αδρανούς ιδιοκτησίας (status negativus), και εξαίρει την πολιτική συμμετοχή, σε συνθήκες ακριβοδίκαιης δικαιοσύνης (status activus), στις οποίες ζητούμενο είναι η μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων. Ο ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός, που αναγνωρίζει την αρχή της ιδιωτικότητας και των συναφών δικαιωμάτων, μπορεί να αναζητήσει τον διάλογο ανάμεσα στον κριτικό μαρξισμό, την καντιανή δεοντοκρατική, καθώς και την αριστοτελική παράδοση, η οποία εξαίρει τη σπουδαιότητα της πολιτικής συμμετοχής, ώστε να συνδυάσει μια κανονιστική θεωρία της δημοκρατίας με μια θεωρία των δικαιωμάτων. Με αυτή την έννοια, ο ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός μπορεί να αποτελέσει το γνώρισμα της σημασιακής ταυτότητας της έννοιας «δημοκρατία» στον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο εννοιών και αρχών, μπορούμε να συλλάβουμε την αξία της αλληλεγγύης ως εντελές καθήκον με κανονιστική επιτακτικότητα.
Τώρα, μπορούμε να αναρωτηθούμε: ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός», για τον οποίο ο συγγραφέας εξηγεί ότι «η αναπόσπαστη σύζευξη ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης, που διαπερνά όλες τις επιμέρους τάσεις του, καθιστά τον κοινωνικό φιλελευθερισμό μια αυθυπόστατη πολιτική και κοινωνικοικονομική ιδεολογία με διακριτή θέση μέσα στο ευρύ φάσμα της φιλελεύθερης φιλοσοφίας» (σ.128, καθώς και σ σ.171-175), πώς μπορεί να καταφάσκει όχι μόνο τη σύνδεση ελευθερίας και ισότητας, αλλά και την «αναπόσπαστη σύνδεση ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης», χωρίς, ταυτοχρόνως, να είναι ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός; Από τα παραπάνω, μπορούμε να συναγάγουμε την απάντηση στο ερώτημα, με το οποίο ανασυγκρότησα την επιχειρηματολογία του Κ. Αρβανιτόπουλου, η οποία ορίζει τη θέση από την οποία ασκήθηκε η κριτική μου: ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» δεν μπορεί να είναι ρεπουμπλικανικός πολιτικός φιλελευθερισμός για δύο λόγους: α. επειδή κάτι τέτοιο θα τον ενέτασσε στις πιο δημοκρατικές, εξισωτικές παραδόσεις του πολιτικού φιλελευθερισμού και, συνεπώς, δεν θα ήταν μια «αυθυπόστατη πολιτική και κοινωνικοοικονομική ιδεολογία με διακριτή θέση μέσα στο φάσμα της φιλελεύθερης φιλοσοφίας». Θα ήταν μια εκδοχή του ρεπουμπλικανισμού, όμορη προς τον πολιτειακό ρεπουμπλικανισμό ή, κυρίως, τον ρεπουμπλικανικό πολιτικό φιλελευθερισμό.
β. Επειδή ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός» είναι ένα τέχνημα, μια κατασκευή. Δεν πρόκειται για εννοιολογική κατασκευή, που ενδιαφέρεται, ταυτοχρόνως, και για την ιστορική συγκρότηση των εννοιών της. Αυτό είναι locus classicus στην πολιτική φιλοσοφία. Είναι μια ειδική κατασκευή που επιτρέπει στη σύγχρονη Δεξιά να συγκροτήσει, επιτέλους, ιδεολογική ταυτότητα, αλλά νοσφιζόμενη τις αξιακές αρχές με τις οποίες διεμορφώθη ιστορικώς η ταυτότητα της Αριστεράς, εξού και η αναφορά στην «αναπόσπαστη σύνδεση ελευθερίας και κοινωνικής δικαιοσύνης». Αυτή η σύνδεση, όμως, οδηγεί, μέσω της ρεπουμπλικανικής παράδοσης, στην αντίστοιχη θεωρία της δημοκρατίας η οποία εξηγεί γιατί και πώς ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι δημοκρατικός, δηλαδή σύμφωνα με ποια σημασία της δημοκρατίας και της ελευθερίας. Γιατί, όμως, η σύγχρονη Δεξιά χρειάζεται αυτήν την ταυτότητα; Νομίζω για δύο λόγους: ο πρώτος είναι ότι η ιδεολογία της μετακατοχικής εθνικοφροσύνης δεν είναι σαν το κρασί, ώστε, παλιώνοντας, να γίνεται καλύτερη. Αυτή περιελάμβανε από τα – καθυστερημένως εξαλειφθέντα – στοιχεία της δωσιλογικής Δεξιάς, αμέσως μετά τον πόλεμο, μέχρι την Ε.Ρ.Ε., τον «ριζοσπαστικό φιλελευθερισμό» της καραμανλικής Ν.Δ., έως και ενδιαφέρουσες, μετριοπαθείς συμβολές, όπως αυτή του Αθ. Κανελλόπουλου. Πλέον, ουδείς την επικαλείται με σοβαρότητα. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι αυτή η νέα ταυτότητα θα πρέπει να αποβεί λυσιτελής. Θα πρέπει να χρησιμεύσει σε κάτι. Σε τι ακριβώς; Ας δούμε την απάντηση από τον ίδιο τον πρόεδρο της Ν.Δ., όπως την διετύπωσε, τον Μάιο, κατά την ομιλία του στην Κ.Ο. της Ν.Δ.: «Με βάση τον Κοινωνικό Φιλελευθερισμό. Και με στόχο να τελειώσει η ηγεμονία των Αριστερών ιδεών στην Ελλάδα, ώστε να βρει ξανά η χώρα μας και ο λαός μας τις ιδέες που του ταιριάζουν καλύτερα. Τις ιδέες και τις αξίες που μπορούν να απελευθερώσουν τις αστείρευτες δυνάμεις που κρύβει ο Έλληνας μέσα του».
Εάν αυτός είναι ο στόχος, τότε μπορούμε να καταλάβουμε πώς είναι δυνατό – σε ένα αξιόλογο βιβλίο, ικανό, όπως είδαμε, να εμπνεύσει κριτικό διάλογο – να λείπει η οποιανδήποτε αναφορά στον Ronald Dworkin, ενώ υπάρχει αναφορά (σελ.173, σημ.3) στον Παναγιώτη Φωτέα. Δεν γνωρίζω τη συμβολή του τελευταίου – με δική μου, βεβαίως, ευθύνη – στην πολιτική φιλοσοφία, ώστε να την συγκρίνω με αυτήν του Dworkin. Γνωρίζω, όμως, ότι το όνομα παραπέμπει σε δραστήριο φοιτητή της Νομικής, για τον οποίον ο Ανδρέας Λεντάκης, στο γνωστό βιβλίο του Το παρακράτος και η 21η Απριλίου, πρόλογος: Γ-Α. Μαγκάκης – Π. Πετρίδης, Προσκήνιο, Αθήνα 2000, στη σ.407, όπου παρατίθενται, με αλφαβητική σειρά, τα ονόματα ιδρυτικών μελών της Ε.Κ.Ο.Φ., αναφέρει το εξής: « Παναγιώτης Φωτέας. Ιδρυτικό μέλος της ΕΚΟΦ Αθηνών. Φοιτητής Νομικής». Προφανώς, αυτό δεν είναι επίμεμπτο, όπως είναι συγγνωστή και η παράλειψη του Dworkin, επειδή είναι πράγματι προσεγμένο βιβλίο. Άλλο είναι το πρόβλημα και αφορά το αρχικό ερώτημα περί το αν υπάρχει ο «κοινωνικός φιλελευθερισμός». Υπάρχει, αλλά ως ο όρος κατασκευασθείς για συγκεκριμένη πολιτική – ιδεολογική χρήση λόγω ενός σημαντικού του πλεονεκτήματος: είναι ευρύς όρος. Υστερεί ως έννοια στην ένταση, στο βάθος, αλλά πλεονεκτεί στην εκτασιακή του αναφορά, στο εύρος. Συνεπώς, μπορεί να συγκροτήσει και μια ευρύχωρη ιδεολογική ταυτότητα, τόσο ευρύχωρη, ώστε, πέρα από την καλώς συζητούμενη φιλελεύθερη κεντροδεξιά παράδοση, να χωρούν και η αβερωφική και η ακροδεξιά συνιστώσα της σύγχρονης Δεξιάς. Έτσι, μπορεί να χωρέσει και την άρνηση του χωρισμού Εκκλησίας και Κράτους, η οποία ισοδυναμεί με άρνηση της κατεξοχήν φιλελεύθερης αρχής περί ουδετερότητας του κράτους. Αυτό που δεν χωρεί είναι μια θεωρία της δημοκρατίας, όχι, επειδή ο πολιτικός φορέας της Δεξιάς δεν είναι δημοκρατικός – αναμφιβόλως στο δημοκρατικό φάσμα ανήκει, με ό,τι θετικό συνεπάγεται αυτό για τη συνοχή του πολιτεύματος και της απαιτητέας δημοκρατικής νομιμότητας – αλλά επειδή μια τέτοια θεωρία δεν παίρνει δανεικές και αγύριστες τις αξιακές αρχές τής κοινωνικής δικαιοσύνης, της πολιτικής ελευθερίας και της αυτονομίας, καθώς και της κοινωνικής αλληλεγγύης, επειδή τις έχει επεξεργασθεί μέσα στην ιστορική συγκρότηση της ρεπουμπλικανικής - φιλελεύθερης αλλά και της πατριωτικής - δημοκρατικής, σοσιαλιστικής παράδοσης που από απλές έννοιες τις ανέδειξε σε αξίες και εμβληματικά ιστορικά αιτήματα.

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει πολιτική και ηθική φιλοσοφία στο Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Σ.Δημητρίου : Αριστερά και Πολιτικός Φιλελευθερισμός

Δημοσιεύω το άρθρο του Σ.Δημητρίου το οποίο πραγματεύεται τις σχέσεις Αριστεράς πολιτικού φιλελευθερισμού.


Παρά την ενδελέχεια του άρθρου, ουσιαστικά παραμένει δέσμιο μιας παρωχημένης αντίληψης του ζητήματος. Η αντίληψη αυτή θεωρεί το θέμα ουσιαστικά λήξαν και απλώς το αναδιατυπώνει.


Ο ΣΔ θεωρεί ότι ο οικονονονικός φιλελευθερισμός είναι συνολικά "νεοφιλελευθερισμός" .


Υιοθετεί το δημοσιογραφικής απλότητας κλισε "νεοφιλελευθερισμός= Σικάγο=Πινοσετ".


Κατόπιν ενσωματώνει στην έννοια του ρεπουμπλικανικού φιλελευθερισμού το πρόταγμα της "ιδιοκτησίας" χωρίς να το προεκτείνει μέσω του θεμελιώδους ερωτήματος. Αν η ιδιοκτησία είναι πρόταγμα πως εξασφαλίζεται εκτός οικονομικού φιλελευθερισμού;


Αυτό είναι το άλυτο ζήτημα.Αυτό το ερώτημα θέλει διερεύνηση.


Αλλιώς η συλλογιστική του ΣΔ είναι λογικά έωλη:


Ο οικονομικός φιλελευθερισμός είναι νεοφολιλευθερισμός (Πινοσετ) ,ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι αποδεκτός ως ρεπουμπλικανική συνθήκη οργανωμένης πολιτείας η οποία εξασφαλίζει την ιδιοκτησία, χωρίς τον οικονομικό φιλελευθερισμό.


Ποιο σύνολο ρυθμίσεων, προταγμάτων, δεσμεύσεων εντος της ρεπουμπλικανικής συνθήκης που δεν είναι ρητά οικονομικά φιλελεύθερες μπορούν να εξασφαλίσουν αυτό το πρόταγμα;


Σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει καμία νύξη.




Σε Bold μερικές από τις φράξεις κλειδί του κειμένου




Συνδεση με Ενθέματα

Αριστερά και πολιτικός φιλελευθερισμός


του Στεφανου Δημητριου

Η συνάφεια ανάμεσα στην Αριστερά και στον πολιτικό φιλελευθερισμό αρχικώς μπορεί να φαίνεται παράδοξη. Ωστόσο, μπορούμε να άρουμε την αμηχανία που προκαλεί η υποστήριξη αυτής της συνάφειας, όχι μόνο στην Αριστερά αλλά και σε όσους αναφέρονται μονομερώς στον πολιτικό φιλελευθερισμό, όταν, αποπειρώμενοι να προσδιορίσουμε τον όρο «δημοκρατικός σοσιαλισμός», βλέπουμε ότι δυσκολευόμαστε να αποσαφηνίσουμε τον συγκεκριμένο επιθετικό προσδιορισμό του σοσιαλισμού. Μπορούμε να το θέσουμε και διαφορετικά: ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν μπορεί πλέον να προσδιορίζεται σε αντιδιαστολή και αντιπαράθεση με τον καταρρεύσαντα ολοκληρωτικό, υπαρκτό σοσιαλισμό. Χρειάζεται ο θετικός προσδιορισμός του και προϋπόθεση, για να διατυπωθεί εναργώς και να αποδοθεί τέτοιος προσδιορισμός, είναι η αποσαφήνιση της δημοκρατικότητας του σοσιαλισμού. Με ποια σημασία της δημοκρατίας, άρα και σύμφωνα με ποια θεωρία της δημοκρατίας, είναι δημοκρατικός ο δημοκρατικός σοσιαλισμός και το μεταρρυθμιστικό του περιεχόμενο;

Xρειαζόμαστε, σήμερα, μια κανονιστική θεωρία της δημοκρατίας;

Το παραπάνω πρόβλημα οδηγεί στην αναζήτηση των όρων που καθιστούν διακριβώσιμη τη συνάφεια ανάμεσα στην Αριστερά και τον πολιτικό φιλελευθερισμό, αλλά και στον εντοπισμό των ορίων που διασώζουν τα διαφοροποιητικά τους γνωρίσματα. Ο εντοπισμός και των δύο εξαρτάται από το καθεστώς της σχέσης ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα. Η σύνδεση ή, ακριβέστερα, η συνάφεια ανάμεσα στη σοσιαλιστική και τη φιλελεύθερη παράδοση εξαρτάται από το αν αποτελεί θεωρητικό ζητούμενο και πολιτική διακύβευση η ισόρροπη σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές αρχές. Η αναφορά στη φιλελεύθερη παράδοση, που μας ενδιαφέρει, δεν περιλαμβάνει τον οικονομικό φιλελευθερισμό ή αλλιώς νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος αντιμάχεται τις αξίες του κλασικού πολιτικού φιλελευθερισμού και αποσυνδέει την πολιτική από την οικονομία, ενώ, παραλλήλως, αναγνωρίζει ως αποκλειστικό προσδιοριστικό γνώρισμα της έννοιας «ελευθερία» την παντελή απουσία πολιτικών ρυθμίσεων της οικονομικής δραστηριότητας.

Η σχέση ελευθερίας και ισότητας ιστορικώς απετέλεσε το βασικό κριτήριο διάκρισης, εφόσον μάλιστα προαπαιτείται για τη διατύπωση και την αντιμετώπιση του προβλήματος περί το πώς είναι δυνατό – εάν πράγματι είναι (σε επίπεδο του θεωρητικού προβληματισμού δεν πρέπει να φοβόμαστε την αναμέτρηση με τέτοια προβλήματα) – να εξασφαλίσουμε την αναγκαία, για τις μεταρρυθμιστικές και στρατηγικού χαρακτήρα χειραφεσιακές σκοπεύσεις, συμβατότητα δικαιοσύνης και ελευθερίας. Είναι δηλαδή αναπόφευκτος ο περιορισμός της ελευθερίας, προκειμένου να επιτευχθεί η κοινωνική δικαιοσύνη; Θα πρέπει αναποδράστως να μειώσουμε το εύρος της δικαιοσύνης και του πολιτικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων, προκειμένου να μην υποστεί περιορισμούς η αρχή της ελευθερίας;

Ο σοσιαλισμός και ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι επίγονοι της παράδοσης του Διαφωτισμού. Μπορεί αυτό να μην αρκεί για την κατάδειξη της υποστηριζόμενης συνάφειάς τους, είναι όμως αφετηρία για την αναζήτησή της, καθώς και για την αναζήτηση μιας κανονιστικής θεωρίας για τη δημοκρατία, εφόσον μάλιστα αυτή είναι αναγκαία όχι μόνο για τον επείγοντα προσδιορισμό του όρου «δημοκρατικός», ως προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, αλλά και για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούν την ποιότητα αλλά και τη λειτουργία της δημοκρατίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το τελευταίο συνδέεται αρραγώς με την στρατηγική επιδίωξη της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, καθώς και με τη, συνταγματικού κύρους, θεσμική αποκρυστάλλωση αυτής της ενοποίησης, όπως επίσης και με την εναργή αποτύπωση αυτού του στρατηγικού στόχου στον ιδεολογικό και πολιτικό λόγο της ανανεωτικής Αριστεράς. Η αποτύπωση είναι διακριτή, αλλά το προς διερεύνηση ζήτημα είναι η δικαιολογητική της στήριξη, βάσει μιας επεξεργασμένης προβληματικής για τη δημοκρατία, άρα για τη σχέση δημοκρατίας και δικαιωμάτων, δηλαδή φιλελευθερισμού και δημοκρατίας.

Τώρα μπορούμε να αποσαφηνίσουμε τη σημασία του πολιτικού φιλελευθερισμού, μέσα από τη σχέση του με τη δημοκρατία. Για να είναι απρόσκοπτη η εννοιολογική αποσαφήνιση, είναι καλό να ξεκινήσουμε από το βασικό πρόβλημα, διατυπωμένο σε απορητική μορφή: Γνωρίζουμε – και μάλιστα είναι και ιστορικώς εγνωσμένοι – οι λόγοι για τους οποίους η δημοκρατία, με το εξισωτικό της περιεχόμενο και τη διαρκή στόχευση του στόχου της δικαιοσύνης, χρειάζεται τον φιλελευθερισμό. Έχουμε δει τις ιστορικές εκφράσεις του αντιθέτου. Γνωρίζουμε πού και πώς κατέληξε – και, μάλιστα, η διατύπωση αυτού του προβλήματος αποτελεί απάντηση και στο ερώτημα περί το γιατί κατέληξε με αυτόν τον τρόπο –το εγχείρημα για δικαιοσύνη και ισότητα. Η άλλη όψη του προβλήματος, όμως, περιγράφεται με το ακόλουθο ερώτημα: Χρειάζεται και ο φιλελευθερισμός τη δημοκρατία;

Οι ρεπουμπλικανικές αρχές και η σχέση θεωρίας των δικαιωμάτων και θεωρίας της δημοκρατίας: γιατί να επιμένουμε στον δημοκρατικό σοσιαλισμό;

Η συνηγορία υπέρ της συνάφειας ανάμεσα στην Αριστερά και τον πολιτικό φιλελευθερισμό είναι σημαντική και σε σχέση με την ενεστώσα κρίση της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά και με την αμφισβήτησή της καθεαυτήν, εφόσον, δογματικώς, αλλά και συχνά δολίως, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία εκλαμβάνεται ως θύλακος στον οποίον εκκολάπτεται η διαφθορά του πολιτικού συστήματος και των λειτουργών του, πολλώ δε μάλλον των υπαλλήλων του, ή, ακόμη χειρότερα, αναγνωρίζεται αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την κρίση της ίδια της κοινωνίας και του πολιτικού της συστήματος.

Η Αριστερά --και εννοείται ότι αναφερόμαστε στην ανανεωτική Αριστερά-- πρέπει να στρατευθεί στην υπεράσπιση των αξιακών αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η παράδοση του ΕΑΜ και της ΕΔΑ είναι παράδοση για τη θεμελίωση, στην πρώτη περίπτωση, ρεπουμπλικανικών αρχών, που αναδεικνύουν την αρετή της γενικευμένης πολιτικής συμμετοχής μέσα από την καθίδρυση θεσμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (σχέδιο «Ποσειδών» και εθνοσυνέλευση των Κορυσχάδων), και υπεράσπισης της δημοκρατικής νομιμότητας, η οποία απετέλεσε εμβληματικό γνώρισμα για την ασκούμενη πολιτική αλλά και για το αλκίμαχο πολιτικό φρόνημα της ΕΔΑ, έτσι όπως την εξέφρασαν ο Ηλίας Ηλιού αλλά και ο πρόεδρός της, Γιάννης Πασαλίδης, καθώς και ο Σταύρος Ηλιόπουλος, δηλαδή η σοσιαλιστική της πτέρυγα, τουλάχιστον ως προς τους δύο τελευταίους. Το πολιτικό διάβημα του ανανεωτικού, αριστερού κινήματος εγγράφεται, άλλωστε, ιστορικώς, σε αυτήν την παράδοση.

Η σχέση αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και υπερασπιστέας δημοκρατικής νομιμότητας είναι έκγονη της μεγάλης ιστορικής παράδοσης η οποία χαρακτηρίζεται από τη θέσπιση ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, τη μετεξέλιξή τους σε πολιτικά δικαιώματα και τη διεκδίκηση της εμβάθυνσής τους σε κοινωνικά δικαιώματα. Εδώ ακριβώς είναι εντοπίσιμη η συζυγία πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού, μέσα από την ισόρροπη σχέση ελευθερίας και ισότητας. Η συμφυής σχέση Διαφωτισμού και δημοκρατίας αναδεικνύει τα αξιακά γνωρίσματα της τελευταίας και επιτρέπει να κατανοήσουμε τη μετάβαση από την ατομική στη συλλογική αυτονομία και το δικαιοπολιτικό της περιεχόμενο, μέσα από την κατεξοχήν κανονιστική έννοια του πολιτικού δικαιώματος. Αυτή η μετάβαση είναι το ουσιώδες προαπαιτούμενο, για να κατανοήσουμε και την εξέλιξη από την έννοια του ατομικού δικαιώματος σε αυτήν του κοινωνικού. Ωστόσο, ο όρος «κοινωνικό δικαίωμα» δεν πρέπει να εκληφθεί ως ριζικά διαφορετικός από τις δύο βασικές κατηγορίες δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν κοινωνικά δικαιώματα που να μην είναι και ατομικά και πολιτικά. Η αναφορά σε αυτά υπαγορεύεται συχνά από τη διαρκώς εντεινόμενη κοινωνική ανισότητα και αδικία. Η σχέση όμως Αριστεράς και θεωρίας των δικαιωμάτων, ως μέρος της συζυγίας δημοκρατίας και δικαιωμάτων, η οποία συνέχει τη σχέση πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού, αναδεικνύει την έννοια του πολιτικού δικαιώματος στη θέση δεσπόζουσας κανονιστικής αρχής. Το πολιτικό δικαίωμα δεν είναι απλώς περιέχον χωρίς περιεχόμενο, δηλαδή κενό νομικό κέλυφος. Είναι η κατεξοχήν συμμετοχή στην πολιτική δράση που υπερβαίνει τον αναγκαίο, αλλά στοιχειώδη ατομικό καθορισμό. Δηλαδή, τον αυτοκαθορισμό τού να είμαστε ό,τι θέλουμε και πιστεύουμε, σε κοσμοθεωρητικό και ατομικό επίπεδο. Το πολιτικό δικαίωμα είναι το αναγκαίο κατηγόρημα που αποδίδεται στο υποκείμενο «πολίτης», ιδίως εάν πρόκειται για τον αριστερό πολίτη, και συνδέεται με το μείζον ερώτημα ως προς το γιατί και σε τι χρειάζεται ο φιλελευθερισμός τη δημοκρατία. Άλλωστε μπορεί κανείς να είναι φιλελεύθερος, με τη σημασία του οικονομικού φιλελευθερισμού, δηλαδή νεοφιλελεύθερος, χωρίς να δεσμεύεται από τη δημοκρατία (π.χ. η Σχολή του Σικάγου -- ο νεοφιλελευθερισμός του Φρίντμαν και η σχέση του με το καθεστώς πλήρους οικονομικής ελευθερίας, αλλά όχι και δημοκρατικών δικαιωμάτων, του Πινοσέτ). Αντιθέτως, σηματωρός για την πορεία προς την αναγκαία σχέση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας είναι η αρχή της πολιτικής αυτονομίας ως προσωπικής αυτονομίας και το ηθικοπολιτικό έρεισμα που προσδίδει αυτή η αρχή για την έδραση των χειραφεσιακών μας διαβημάτων.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται, πέρα από τα προφανή κοινά γνωρίσματα, η διάκριση φιλελευθερισμού και ρεπουμπλικανισμού (ο τελευταίος επʼ ουδενί συνδέεται με την αμερικανική ρεπουμπλικανική Δεξιά του Μπους κ.λ.π.) και η σημασία της για τη σχέση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας και, συνεπώς, για τη ζητούμενη και προς δικαιολόγηση σχέση πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού. Στον φιλελευθερισμό, ο νόμος είναι περίπου αναγκαίο κακό και, ως εκ τούτου, πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο, ώστε να διασφαλίζει απλώς τη συμβατή σχέση των πεδίων της αρνητικής ελευθερίας (να είμαστε ελεύθεροι από προσκόμματα που εμποδίζουν τις ατομικές μας επιλογές εντός ενός νομικοπολιτικού πλαισίου). Ο ρεπουμπλικανισμός (από την respublica- Πολιτεία, δηλαδή την αριστοτελικών και νεορωμαϊκών καταβολών παράδοση, που κορυφώνεται στον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, χωρίς όμως να ανάγεται εκεί άνευ ετέρου) εκλαμβάνει τον νόμο ως συστατικό γνώρισμα της ελευθερίας και, μάλιστα της πολιτικής ελευθερίας. Δηλαδή, η πολιτική ελευθερία αναδεικνύεται στο κατεξοχήν υπόδειγμα ελευθερίας, ώστε να εκλαμβάνεται, εκ της εννοίας της, ως συμμετοχή στη δημόσια συνεργατική πρακτική, σε συνθήκες ακριβοδίκαιης δικαιοσύνης (status activus) και όχι ως ατομικό αρνητικό δικαίωμα με πρότυπο την αδρανή ιδιοκτησία (status negativus), όπως συμβαίνει στην περίπτωση του φιλελευθερισμού. Η ιδιοκτησία, όπως πολύ περισσότερο, τα δικαιώματα του habeas corpus, της έκφρασης, της συλλογικής δράσης (συνέρχεσθαι/συνεταιρίζεσθαι), αλλά και η ίδια η έννοια και αρχή της ιδιωτικότητας είναι εννοιολογικώς αναγκαία στοιχεία, με ισχύ προαπαιτουμένων, για τη συγκρότηση του προσώπου ως πολίτη πρωτίστως και κατʼ ανάγκην. Θα λέγαμε, δηλαδή, ότι η παράδοση του δυτικού, κριτικού μαρξισμού θα πρέπει να είναι σε διάλογο με την καντιανή και την αριστοτελική παράδοση. Η σύνθεση των δύο τελευταίων αναδεικνύει τη βαθιά σχέση δημοκρατίας και θεωρίας των δικαιωμάτων.

Η απαξίωση της δημοκρατίας από την πολιτική ηθικολογία του δεσπόζοντος νεόκοπου λαϊκισμού: Να γίνουμε ξανά αντιφρονούντες;

Τα παραπάνω αποσκοπούν στη θέση ότι ο φιλελευθερισμός μάς ενδιαφέρει μόνο ως ρεπουμπλικανισμός και ό,τι, στον φιλελευθερισμό, δεν είναι ρεπουμπλικανικό θα πρέπει να διαγραφεί από τις ηθικοπολιτικές μας επιλογές ως αντιδημοκρατικό ∙ ελευθεριακό μεν ή ελευθεριστικό, δηλαδή νεοφιλελεύθερο, αλλά και αντιδημοκρατικό, δηλαδή μακράν του πολιτικού φιλελευθερισμού, ο οποίος, χωρίς τις ρεπουμπλικανικές αρχές και αξίες, χωρίζεται από τη δημοκρατία.

Συνεπώς, ο αυτοκαθορισμός, ως βασική υπερασπιστέα αξία και αρχή για την Αριστερά των δικαιωμάτων, είναι άξιος του ονόματός του, μόνον όταν είναι πολιτικός. Δηλαδή, μόνο όταν γνωρίζουμε ότι την εγγύηση της ελευθερίας μας δεν την οφείλουμε σε κάποιον αγαθοεργό «πατερούλη» αλλά μόνο στον νόμο που συγκαθορίζουμε επί ίσοις όροις με κάθε άλλον, σε συνθήκες ίσης ελευθερίας και αυτονομίας. Αυτές οι συνθήκες συνιστούν και τον στρατηγικό, μεταρρυθμιστικό στόχο που στοχεύουν τα πολιτικά μέσα του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Για να γίνει αυτό, η Πολιτεία θα πρέπει να είναι δημοκρατική, οπότε αναποδράστως, αλλά και συμφώνως προς τις αξιακές αρχές μας, υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατική νομιμότητα και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αναγνωρίζοντας τους επαπειλούμενους κινδύνους που περιορίζουν τις δημοκρατικές αξίες στο ευρωπαϊκό αλλά και στο εγχώριο, εθνικό πλαίσιο (η ίδια η δημοκρατική νομιμότητα, ιδίως ως προς τη λήψη αποφάσεων που θα σφραγίσουν το μέλλον της χώρας και του λαού μας, τελεί εν κινδύνω, πλέον). Σε αυτό το πλαίσιο, αφορμώμενοι από τη βάση που δομεί η σχέση ρεπουμπλικανικού, πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού, μπορούμε να σκεφθούμε, και έτσι να ενισχύσουμε και τις συναφείς πολιτικές διεκδικήσεις, ότι τα δικαιώματα είναι κατά βάση, ως προς την ουσία τους δηλαδή, πολιτικά. Το πολιτικό δικαίωμα θα αρκούσε, ώστε να περιλάβει και την έννοια του κοινωνικού δικαιώματος, αν και οι ανάγκες της πολιτικής επικοινωνίας επιβάλλουν την αναφορά στο τελευταίο, αλλά όχι αυτοτελώς. Η πολιτική χρήση, άλλωστε, του όρου «κοινωνικά δικαιώματα» γίνεται σε συνάρτηση με την έννοια και την αξία της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για την ακρίβεια, γίνεται σε αναφορά προς την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης και το κενό που αφήνει αυτή.

Η ρεπουμπλικανική σύζευξη δικαιωμάτων και δημοκρατίας είναι καθοριστική για κάθε πρόταγμα και πρόγραμμα χειραφέτησης και αυτονομίας, καθώς και για τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές του αποτυπώσεις στην πραγματική, πολιτική, αυτόβουλη δράση. Η ανανεωτική Αριστερά, ως αριστερά του δημοκρατικού σοσιαλισμού, οφείλει να είναι Αριστερά της πολιτικής συμμετοχής, με τη ρεπουμπλικανική σημασία της, καθώς και της πολιτικής αυτονομίας, αλλά κυρίως των δικαιωμάτων: όλων των δικαιωμάτων και όχι μόνο των ατομικών ή των κοινωνικών ή των προλεταριακών κ.λ.π.

Έτσι μπορούμε να στηρίξουμε τη θέση, τη ρεπουμπλικανική θέση, ότι καθήκον της πολιτικής είναι η αντιμετώπιση και η διαρκώς επιδιωκόμενη άρση των ανισοτήτων και των αδικιών, οι οποίες αναφύονται μέσα από τις συνθήκες εξάρτησης, ιδίως μέσα από την αναμφίλεκτη εξάρτηση του ελληνικού κράτους και μεγάλου μέρους των πολιτών του από ομάδες συμφερόντων, εργοδοτικών και άλλων, που αναπαράγουν μορφές ανισότητας μέσα από ισχυρά δίκτυα πελατειακών σχέσεων, τα οποία αντιμάχονται την προοπτική για ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και ένα αυτοκρατές, ως προς την ανεξαρτησία του από συμφέροντα, κράτος δικαίου. Σε αυτό το πλαίσιο, δικαιολογείται, υπό αριστερό πρίσμα, η δημοκρατική ανασυγκρότηση και μεταρρύθμιση του υφιστάμενου κράτους, το οποίο, στη σημερινή μορφή του, αίρει τη συζυγία και ακυρώνει τις πολιτικές εκφράσεις δημοκρατίας και δικαιωμάτων, δηλαδή τη ρεπουμπλικανική αρχή του δημοσίου συμφέροντος κα της πολιτικής συμμετοχής που αποβλέπει στη στήριξή του, οπότε ακυρώνει και την ίδια την πολιτική ελευθερία. Η τελευταία πρέπει να είναι η απάντηση στο ερώτημα: σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία, αλλά με ποια σημασία της δημοκρατίας και με ποια έννοια της ελευθερίας; Ο ρεπουμπλικανικός, πολιτικός φιλελευθερισμός αποσαφηνίζει, όπως είδαμε, τη σημασία της δημοκρατίας και της σύμφυσής της με την ελευθερία, την ισότητα, την αυτονομία και τα δικαιώματα. Παραλλήλως, εξαίρει την ελευθερία, με τη ρεπουμπλικανική σημασία της, ως κανονιστικό γνώμονα για τη χάραξη και τη μέτρηση της πολιτικής που αναγνωρίζει ως καθήκον της την απαλοιφή της αδικίας και της ανισότητας, οι οποίες περιορίζουν ή και περιστέλλουν την ελευθερία, μέσα σε συνθήκες εξάρτησης, πολιτικής, κοινωνικής και ατομικής. Αυτός άλλωστε είναι ο γνώμονας για την αξιολογική αποτίμηση της αριστερής πολιτικής, ιδίως όταν αυτή εγγράφεται στην προοπτική του αναπροσδιορισμού, της επανοικείωσης, αλλά και της ριζοσπαστικής ανακατεύθυνσης των κλασικών αρχών της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, στο πλαίσιο της ανανεωτικής Αριστεράς. Πρόκειται για τις αρχές της κοινωνικής προστασίας, της απρόσκοπτης λειτουργίας του κράτους δικαίου, αλλά και της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής, μέσω ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση της μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Όλα αυτά μπορούν να χωρέσουν στο πολιτικό μας φρόνημα. Δεν χωρούν όμως στο δεσπόζον, μεταπολιτικό φρόνημα της αρτιγέννητης πολιτικής τάξης, που συνθλίβει την κοινωνία και με τη λαϊκιστική --πέραν του συγκροτημένου πολιτικού λόγου-- ηθικολογία της, καταδολιεύει και διασύρει ως αυθαιρέτως κεκτημένα όλα όσα κατακτήθηκαν στην πορεία της πραγμάτωσης των αιτημάτων του μεταρρυθμιστικού σοσιαλιστικού κινήματος, στη μεταπολεμική Ευρώπη. Δηλαδή, όλα όσα συνδέουν τα δικαιώματα --ατομικά και πολιτικά-- με τις υλικές προϋποθέσεις οι οποίες επιτρέπουν την ενάσκηση αυτών των δικαιωμάτων∙ πραγματικές προϋποθέσεις που αφορούν τα δικαιώματα πραγματικών ανθρώπων. Είναι ο νεόκοπος λαϊκισμός και η αντιφιλελεύθερη (με τη σημασία του πολιτικού φιλελευθερισμού) και αντιδημοκρατική, πολιτική ορθοφροσύνη που αναμέλπει δοξαστικούς ύμνους σε κάποια αόριστη πολιτική αριστεία, η οποία θα διαχειρίζεται εν λευκώ τον αργό θάνατο μιας ολόκληρης κοινωνίας. Αυτό είναι το αρτισύστατο, αντιδημοκρατικό φρόνημα των ημερών. Με αυτή την έννοια, είναι πράγματι σημαντικό και, κυρίως, έχει αξία να κάνουμε αυτό που επιτάσσει το δικό μας φρόνημα --το δημοκρατικό, πατριωτικό μας φρόνημα-- δηλαδή να σκεφτούμε και να πράξουμε ως αντιφρονούντες.



[Σχόλια και συζήτηση για το άρθρο στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων]



Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει πολιτική και ηθική φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων