Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

Σ.Δημητρίου : Αριστερά και Πολιτικός Φιλελευθερισμός

Δημοσιεύω το άρθρο του Σ.Δημητρίου το οποίο πραγματεύεται τις σχέσεις Αριστεράς πολιτικού φιλελευθερισμού.


Παρά την ενδελέχεια του άρθρου, ουσιαστικά παραμένει δέσμιο μιας παρωχημένης αντίληψης του ζητήματος. Η αντίληψη αυτή θεωρεί το θέμα ουσιαστικά λήξαν και απλώς το αναδιατυπώνει.


Ο ΣΔ θεωρεί ότι ο οικονονονικός φιλελευθερισμός είναι συνολικά "νεοφιλελευθερισμός" .


Υιοθετεί το δημοσιογραφικής απλότητας κλισε "νεοφιλελευθερισμός= Σικάγο=Πινοσετ".


Κατόπιν ενσωματώνει στην έννοια του ρεπουμπλικανικού φιλελευθερισμού το πρόταγμα της "ιδιοκτησίας" χωρίς να το προεκτείνει μέσω του θεμελιώδους ερωτήματος. Αν η ιδιοκτησία είναι πρόταγμα πως εξασφαλίζεται εκτός οικονομικού φιλελευθερισμού;


Αυτό είναι το άλυτο ζήτημα.Αυτό το ερώτημα θέλει διερεύνηση.


Αλλιώς η συλλογιστική του ΣΔ είναι λογικά έωλη:


Ο οικονομικός φιλελευθερισμός είναι νεοφολιλευθερισμός (Πινοσετ) ,ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι αποδεκτός ως ρεπουμπλικανική συνθήκη οργανωμένης πολιτείας η οποία εξασφαλίζει την ιδιοκτησία, χωρίς τον οικονομικό φιλελευθερισμό.


Ποιο σύνολο ρυθμίσεων, προταγμάτων, δεσμεύσεων εντος της ρεπουμπλικανικής συνθήκης που δεν είναι ρητά οικονομικά φιλελεύθερες μπορούν να εξασφαλίσουν αυτό το πρόταγμα;


Σε αυτό το ερώτημα δεν υπάρχει καμία νύξη.




Σε Bold μερικές από τις φράξεις κλειδί του κειμένου




Συνδεση με Ενθέματα

Αριστερά και πολιτικός φιλελευθερισμός


του Στεφανου Δημητριου

Η συνάφεια ανάμεσα στην Αριστερά και στον πολιτικό φιλελευθερισμό αρχικώς μπορεί να φαίνεται παράδοξη. Ωστόσο, μπορούμε να άρουμε την αμηχανία που προκαλεί η υποστήριξη αυτής της συνάφειας, όχι μόνο στην Αριστερά αλλά και σε όσους αναφέρονται μονομερώς στον πολιτικό φιλελευθερισμό, όταν, αποπειρώμενοι να προσδιορίσουμε τον όρο «δημοκρατικός σοσιαλισμός», βλέπουμε ότι δυσκολευόμαστε να αποσαφηνίσουμε τον συγκεκριμένο επιθετικό προσδιορισμό του σοσιαλισμού. Μπορούμε να το θέσουμε και διαφορετικά: ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν μπορεί πλέον να προσδιορίζεται σε αντιδιαστολή και αντιπαράθεση με τον καταρρεύσαντα ολοκληρωτικό, υπαρκτό σοσιαλισμό. Χρειάζεται ο θετικός προσδιορισμός του και προϋπόθεση, για να διατυπωθεί εναργώς και να αποδοθεί τέτοιος προσδιορισμός, είναι η αποσαφήνιση της δημοκρατικότητας του σοσιαλισμού. Με ποια σημασία της δημοκρατίας, άρα και σύμφωνα με ποια θεωρία της δημοκρατίας, είναι δημοκρατικός ο δημοκρατικός σοσιαλισμός και το μεταρρυθμιστικό του περιεχόμενο;

Xρειαζόμαστε, σήμερα, μια κανονιστική θεωρία της δημοκρατίας;

Το παραπάνω πρόβλημα οδηγεί στην αναζήτηση των όρων που καθιστούν διακριβώσιμη τη συνάφεια ανάμεσα στην Αριστερά και τον πολιτικό φιλελευθερισμό, αλλά και στον εντοπισμό των ορίων που διασώζουν τα διαφοροποιητικά τους γνωρίσματα. Ο εντοπισμός και των δύο εξαρτάται από το καθεστώς της σχέσης ανάμεσα στην ελευθερία και την ισότητα. Η σύνδεση ή, ακριβέστερα, η συνάφεια ανάμεσα στη σοσιαλιστική και τη φιλελεύθερη παράδοση εξαρτάται από το αν αποτελεί θεωρητικό ζητούμενο και πολιτική διακύβευση η ισόρροπη σχέση ανάμεσα στις δύο αυτές αρχές. Η αναφορά στη φιλελεύθερη παράδοση, που μας ενδιαφέρει, δεν περιλαμβάνει τον οικονομικό φιλελευθερισμό ή αλλιώς νεοφιλελευθερισμό, ο οποίος αντιμάχεται τις αξίες του κλασικού πολιτικού φιλελευθερισμού και αποσυνδέει την πολιτική από την οικονομία, ενώ, παραλλήλως, αναγνωρίζει ως αποκλειστικό προσδιοριστικό γνώρισμα της έννοιας «ελευθερία» την παντελή απουσία πολιτικών ρυθμίσεων της οικονομικής δραστηριότητας.

Η σχέση ελευθερίας και ισότητας ιστορικώς απετέλεσε το βασικό κριτήριο διάκρισης, εφόσον μάλιστα προαπαιτείται για τη διατύπωση και την αντιμετώπιση του προβλήματος περί το πώς είναι δυνατό – εάν πράγματι είναι (σε επίπεδο του θεωρητικού προβληματισμού δεν πρέπει να φοβόμαστε την αναμέτρηση με τέτοια προβλήματα) – να εξασφαλίσουμε την αναγκαία, για τις μεταρρυθμιστικές και στρατηγικού χαρακτήρα χειραφεσιακές σκοπεύσεις, συμβατότητα δικαιοσύνης και ελευθερίας. Είναι δηλαδή αναπόφευκτος ο περιορισμός της ελευθερίας, προκειμένου να επιτευχθεί η κοινωνική δικαιοσύνη; Θα πρέπει αναποδράστως να μειώσουμε το εύρος της δικαιοσύνης και του πολιτικού χαρακτήρα των δικαιωμάτων, προκειμένου να μην υποστεί περιορισμούς η αρχή της ελευθερίας;

Ο σοσιαλισμός και ο πολιτικός φιλελευθερισμός είναι επίγονοι της παράδοσης του Διαφωτισμού. Μπορεί αυτό να μην αρκεί για την κατάδειξη της υποστηριζόμενης συνάφειάς τους, είναι όμως αφετηρία για την αναζήτησή της, καθώς και για την αναζήτηση μιας κανονιστικής θεωρίας για τη δημοκρατία, εφόσον μάλιστα αυτή είναι αναγκαία όχι μόνο για τον επείγοντα προσδιορισμό του όρου «δημοκρατικός», ως προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, αλλά και για την αντιμετώπιση προβλημάτων που αφορούν την ποιότητα αλλά και τη λειτουργία της δημοκρατίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το τελευταίο συνδέεται αρραγώς με την στρατηγική επιδίωξη της πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης, καθώς και με τη, συνταγματικού κύρους, θεσμική αποκρυστάλλωση αυτής της ενοποίησης, όπως επίσης και με την εναργή αποτύπωση αυτού του στρατηγικού στόχου στον ιδεολογικό και πολιτικό λόγο της ανανεωτικής Αριστεράς. Η αποτύπωση είναι διακριτή, αλλά το προς διερεύνηση ζήτημα είναι η δικαιολογητική της στήριξη, βάσει μιας επεξεργασμένης προβληματικής για τη δημοκρατία, άρα για τη σχέση δημοκρατίας και δικαιωμάτων, δηλαδή φιλελευθερισμού και δημοκρατίας.

Τώρα μπορούμε να αποσαφηνίσουμε τη σημασία του πολιτικού φιλελευθερισμού, μέσα από τη σχέση του με τη δημοκρατία. Για να είναι απρόσκοπτη η εννοιολογική αποσαφήνιση, είναι καλό να ξεκινήσουμε από το βασικό πρόβλημα, διατυπωμένο σε απορητική μορφή: Γνωρίζουμε – και μάλιστα είναι και ιστορικώς εγνωσμένοι – οι λόγοι για τους οποίους η δημοκρατία, με το εξισωτικό της περιεχόμενο και τη διαρκή στόχευση του στόχου της δικαιοσύνης, χρειάζεται τον φιλελευθερισμό. Έχουμε δει τις ιστορικές εκφράσεις του αντιθέτου. Γνωρίζουμε πού και πώς κατέληξε – και, μάλιστα, η διατύπωση αυτού του προβλήματος αποτελεί απάντηση και στο ερώτημα περί το γιατί κατέληξε με αυτόν τον τρόπο –το εγχείρημα για δικαιοσύνη και ισότητα. Η άλλη όψη του προβλήματος, όμως, περιγράφεται με το ακόλουθο ερώτημα: Χρειάζεται και ο φιλελευθερισμός τη δημοκρατία;

Οι ρεπουμπλικανικές αρχές και η σχέση θεωρίας των δικαιωμάτων και θεωρίας της δημοκρατίας: γιατί να επιμένουμε στον δημοκρατικό σοσιαλισμό;

Η συνηγορία υπέρ της συνάφειας ανάμεσα στην Αριστερά και τον πολιτικό φιλελευθερισμό είναι σημαντική και σε σχέση με την ενεστώσα κρίση της φιλελεύθερης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, αλλά και με την αμφισβήτησή της καθεαυτήν, εφόσον, δογματικώς, αλλά και συχνά δολίως, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία εκλαμβάνεται ως θύλακος στον οποίον εκκολάπτεται η διαφθορά του πολιτικού συστήματος και των λειτουργών του, πολλώ δε μάλλον των υπαλλήλων του, ή, ακόμη χειρότερα, αναγνωρίζεται αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία και την κρίση της ίδια της κοινωνίας και του πολιτικού της συστήματος.

Η Αριστερά --και εννοείται ότι αναφερόμαστε στην ανανεωτική Αριστερά-- πρέπει να στρατευθεί στην υπεράσπιση των αξιακών αρχών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η παράδοση του ΕΑΜ και της ΕΔΑ είναι παράδοση για τη θεμελίωση, στην πρώτη περίπτωση, ρεπουμπλικανικών αρχών, που αναδεικνύουν την αρετή της γενικευμένης πολιτικής συμμετοχής μέσα από την καθίδρυση θεσμών της Τοπικής Αυτοδιοίκησης (σχέδιο «Ποσειδών» και εθνοσυνέλευση των Κορυσχάδων), και υπεράσπισης της δημοκρατικής νομιμότητας, η οποία απετέλεσε εμβληματικό γνώρισμα για την ασκούμενη πολιτική αλλά και για το αλκίμαχο πολιτικό φρόνημα της ΕΔΑ, έτσι όπως την εξέφρασαν ο Ηλίας Ηλιού αλλά και ο πρόεδρός της, Γιάννης Πασαλίδης, καθώς και ο Σταύρος Ηλιόπουλος, δηλαδή η σοσιαλιστική της πτέρυγα, τουλάχιστον ως προς τους δύο τελευταίους. Το πολιτικό διάβημα του ανανεωτικού, αριστερού κινήματος εγγράφεται, άλλωστε, ιστορικώς, σε αυτήν την παράδοση.

Η σχέση αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και υπερασπιστέας δημοκρατικής νομιμότητας είναι έκγονη της μεγάλης ιστορικής παράδοσης η οποία χαρακτηρίζεται από τη θέσπιση ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, τη μετεξέλιξή τους σε πολιτικά δικαιώματα και τη διεκδίκηση της εμβάθυνσής τους σε κοινωνικά δικαιώματα. Εδώ ακριβώς είναι εντοπίσιμη η συζυγία πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού, μέσα από την ισόρροπη σχέση ελευθερίας και ισότητας. Η συμφυής σχέση Διαφωτισμού και δημοκρατίας αναδεικνύει τα αξιακά γνωρίσματα της τελευταίας και επιτρέπει να κατανοήσουμε τη μετάβαση από την ατομική στη συλλογική αυτονομία και το δικαιοπολιτικό της περιεχόμενο, μέσα από την κατεξοχήν κανονιστική έννοια του πολιτικού δικαιώματος. Αυτή η μετάβαση είναι το ουσιώδες προαπαιτούμενο, για να κατανοήσουμε και την εξέλιξη από την έννοια του ατομικού δικαιώματος σε αυτήν του κοινωνικού. Ωστόσο, ο όρος «κοινωνικό δικαίωμα» δεν πρέπει να εκληφθεί ως ριζικά διαφορετικός από τις δύο βασικές κατηγορίες δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν κοινωνικά δικαιώματα που να μην είναι και ατομικά και πολιτικά. Η αναφορά σε αυτά υπαγορεύεται συχνά από τη διαρκώς εντεινόμενη κοινωνική ανισότητα και αδικία. Η σχέση όμως Αριστεράς και θεωρίας των δικαιωμάτων, ως μέρος της συζυγίας δημοκρατίας και δικαιωμάτων, η οποία συνέχει τη σχέση πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού, αναδεικνύει την έννοια του πολιτικού δικαιώματος στη θέση δεσπόζουσας κανονιστικής αρχής. Το πολιτικό δικαίωμα δεν είναι απλώς περιέχον χωρίς περιεχόμενο, δηλαδή κενό νομικό κέλυφος. Είναι η κατεξοχήν συμμετοχή στην πολιτική δράση που υπερβαίνει τον αναγκαίο, αλλά στοιχειώδη ατομικό καθορισμό. Δηλαδή, τον αυτοκαθορισμό τού να είμαστε ό,τι θέλουμε και πιστεύουμε, σε κοσμοθεωρητικό και ατομικό επίπεδο. Το πολιτικό δικαίωμα είναι το αναγκαίο κατηγόρημα που αποδίδεται στο υποκείμενο «πολίτης», ιδίως εάν πρόκειται για τον αριστερό πολίτη, και συνδέεται με το μείζον ερώτημα ως προς το γιατί και σε τι χρειάζεται ο φιλελευθερισμός τη δημοκρατία. Άλλωστε μπορεί κανείς να είναι φιλελεύθερος, με τη σημασία του οικονομικού φιλελευθερισμού, δηλαδή νεοφιλελεύθερος, χωρίς να δεσμεύεται από τη δημοκρατία (π.χ. η Σχολή του Σικάγου -- ο νεοφιλελευθερισμός του Φρίντμαν και η σχέση του με το καθεστώς πλήρους οικονομικής ελευθερίας, αλλά όχι και δημοκρατικών δικαιωμάτων, του Πινοσέτ). Αντιθέτως, σηματωρός για την πορεία προς την αναγκαία σχέση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας είναι η αρχή της πολιτικής αυτονομίας ως προσωπικής αυτονομίας και το ηθικοπολιτικό έρεισμα που προσδίδει αυτή η αρχή για την έδραση των χειραφεσιακών μας διαβημάτων.

Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται, πέρα από τα προφανή κοινά γνωρίσματα, η διάκριση φιλελευθερισμού και ρεπουμπλικανισμού (ο τελευταίος επʼ ουδενί συνδέεται με την αμερικανική ρεπουμπλικανική Δεξιά του Μπους κ.λ.π.) και η σημασία της για τη σχέση φιλελευθερισμού και δημοκρατίας και, συνεπώς, για τη ζητούμενη και προς δικαιολόγηση σχέση πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού. Στον φιλελευθερισμό, ο νόμος είναι περίπου αναγκαίο κακό και, ως εκ τούτου, πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο, ώστε να διασφαλίζει απλώς τη συμβατή σχέση των πεδίων της αρνητικής ελευθερίας (να είμαστε ελεύθεροι από προσκόμματα που εμποδίζουν τις ατομικές μας επιλογές εντός ενός νομικοπολιτικού πλαισίου). Ο ρεπουμπλικανισμός (από την respublica- Πολιτεία, δηλαδή την αριστοτελικών και νεορωμαϊκών καταβολών παράδοση, που κορυφώνεται στον Διαφωτισμό και τη Γαλλική Επανάσταση, χωρίς όμως να ανάγεται εκεί άνευ ετέρου) εκλαμβάνει τον νόμο ως συστατικό γνώρισμα της ελευθερίας και, μάλιστα της πολιτικής ελευθερίας. Δηλαδή, η πολιτική ελευθερία αναδεικνύεται στο κατεξοχήν υπόδειγμα ελευθερίας, ώστε να εκλαμβάνεται, εκ της εννοίας της, ως συμμετοχή στη δημόσια συνεργατική πρακτική, σε συνθήκες ακριβοδίκαιης δικαιοσύνης (status activus) και όχι ως ατομικό αρνητικό δικαίωμα με πρότυπο την αδρανή ιδιοκτησία (status negativus), όπως συμβαίνει στην περίπτωση του φιλελευθερισμού. Η ιδιοκτησία, όπως πολύ περισσότερο, τα δικαιώματα του habeas corpus, της έκφρασης, της συλλογικής δράσης (συνέρχεσθαι/συνεταιρίζεσθαι), αλλά και η ίδια η έννοια και αρχή της ιδιωτικότητας είναι εννοιολογικώς αναγκαία στοιχεία, με ισχύ προαπαιτουμένων, για τη συγκρότηση του προσώπου ως πολίτη πρωτίστως και κατʼ ανάγκην. Θα λέγαμε, δηλαδή, ότι η παράδοση του δυτικού, κριτικού μαρξισμού θα πρέπει να είναι σε διάλογο με την καντιανή και την αριστοτελική παράδοση. Η σύνθεση των δύο τελευταίων αναδεικνύει τη βαθιά σχέση δημοκρατίας και θεωρίας των δικαιωμάτων.

Η απαξίωση της δημοκρατίας από την πολιτική ηθικολογία του δεσπόζοντος νεόκοπου λαϊκισμού: Να γίνουμε ξανά αντιφρονούντες;

Τα παραπάνω αποσκοπούν στη θέση ότι ο φιλελευθερισμός μάς ενδιαφέρει μόνο ως ρεπουμπλικανισμός και ό,τι, στον φιλελευθερισμό, δεν είναι ρεπουμπλικανικό θα πρέπει να διαγραφεί από τις ηθικοπολιτικές μας επιλογές ως αντιδημοκρατικό ∙ ελευθεριακό μεν ή ελευθεριστικό, δηλαδή νεοφιλελεύθερο, αλλά και αντιδημοκρατικό, δηλαδή μακράν του πολιτικού φιλελευθερισμού, ο οποίος, χωρίς τις ρεπουμπλικανικές αρχές και αξίες, χωρίζεται από τη δημοκρατία.

Συνεπώς, ο αυτοκαθορισμός, ως βασική υπερασπιστέα αξία και αρχή για την Αριστερά των δικαιωμάτων, είναι άξιος του ονόματός του, μόνον όταν είναι πολιτικός. Δηλαδή, μόνο όταν γνωρίζουμε ότι την εγγύηση της ελευθερίας μας δεν την οφείλουμε σε κάποιον αγαθοεργό «πατερούλη» αλλά μόνο στον νόμο που συγκαθορίζουμε επί ίσοις όροις με κάθε άλλον, σε συνθήκες ίσης ελευθερίας και αυτονομίας. Αυτές οι συνθήκες συνιστούν και τον στρατηγικό, μεταρρυθμιστικό στόχο που στοχεύουν τα πολιτικά μέσα του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Για να γίνει αυτό, η Πολιτεία θα πρέπει να είναι δημοκρατική, οπότε αναποδράστως, αλλά και συμφώνως προς τις αξιακές αρχές μας, υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατική νομιμότητα και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αναγνωρίζοντας τους επαπειλούμενους κινδύνους που περιορίζουν τις δημοκρατικές αξίες στο ευρωπαϊκό αλλά και στο εγχώριο, εθνικό πλαίσιο (η ίδια η δημοκρατική νομιμότητα, ιδίως ως προς τη λήψη αποφάσεων που θα σφραγίσουν το μέλλον της χώρας και του λαού μας, τελεί εν κινδύνω, πλέον). Σε αυτό το πλαίσιο, αφορμώμενοι από τη βάση που δομεί η σχέση ρεπουμπλικανικού, πολιτικού φιλελευθερισμού και δημοκρατικού σοσιαλισμού, μπορούμε να σκεφθούμε, και έτσι να ενισχύσουμε και τις συναφείς πολιτικές διεκδικήσεις, ότι τα δικαιώματα είναι κατά βάση, ως προς την ουσία τους δηλαδή, πολιτικά. Το πολιτικό δικαίωμα θα αρκούσε, ώστε να περιλάβει και την έννοια του κοινωνικού δικαιώματος, αν και οι ανάγκες της πολιτικής επικοινωνίας επιβάλλουν την αναφορά στο τελευταίο, αλλά όχι αυτοτελώς. Η πολιτική χρήση, άλλωστε, του όρου «κοινωνικά δικαιώματα» γίνεται σε συνάρτηση με την έννοια και την αξία της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για την ακρίβεια, γίνεται σε αναφορά προς την έλλειψη κοινωνικής δικαιοσύνης και το κενό που αφήνει αυτή.

Η ρεπουμπλικανική σύζευξη δικαιωμάτων και δημοκρατίας είναι καθοριστική για κάθε πρόταγμα και πρόγραμμα χειραφέτησης και αυτονομίας, καθώς και για τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές του αποτυπώσεις στην πραγματική, πολιτική, αυτόβουλη δράση. Η ανανεωτική Αριστερά, ως αριστερά του δημοκρατικού σοσιαλισμού, οφείλει να είναι Αριστερά της πολιτικής συμμετοχής, με τη ρεπουμπλικανική σημασία της, καθώς και της πολιτικής αυτονομίας, αλλά κυρίως των δικαιωμάτων: όλων των δικαιωμάτων και όχι μόνο των ατομικών ή των κοινωνικών ή των προλεταριακών κ.λ.π.

Έτσι μπορούμε να στηρίξουμε τη θέση, τη ρεπουμπλικανική θέση, ότι καθήκον της πολιτικής είναι η αντιμετώπιση και η διαρκώς επιδιωκόμενη άρση των ανισοτήτων και των αδικιών, οι οποίες αναφύονται μέσα από τις συνθήκες εξάρτησης, ιδίως μέσα από την αναμφίλεκτη εξάρτηση του ελληνικού κράτους και μεγάλου μέρους των πολιτών του από ομάδες συμφερόντων, εργοδοτικών και άλλων, που αναπαράγουν μορφές ανισότητας μέσα από ισχυρά δίκτυα πελατειακών σχέσεων, τα οποία αντιμάχονται την προοπτική για ένα ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και ένα αυτοκρατές, ως προς την ανεξαρτησία του από συμφέροντα, κράτος δικαίου. Σε αυτό το πλαίσιο, δικαιολογείται, υπό αριστερό πρίσμα, η δημοκρατική ανασυγκρότηση και μεταρρύθμιση του υφιστάμενου κράτους, το οποίο, στη σημερινή μορφή του, αίρει τη συζυγία και ακυρώνει τις πολιτικές εκφράσεις δημοκρατίας και δικαιωμάτων, δηλαδή τη ρεπουμπλικανική αρχή του δημοσίου συμφέροντος κα της πολιτικής συμμετοχής που αποβλέπει στη στήριξή του, οπότε ακυρώνει και την ίδια την πολιτική ελευθερία. Η τελευταία πρέπει να είναι η απάντηση στο ερώτημα: σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία, αλλά με ποια σημασία της δημοκρατίας και με ποια έννοια της ελευθερίας; Ο ρεπουμπλικανικός, πολιτικός φιλελευθερισμός αποσαφηνίζει, όπως είδαμε, τη σημασία της δημοκρατίας και της σύμφυσής της με την ελευθερία, την ισότητα, την αυτονομία και τα δικαιώματα. Παραλλήλως, εξαίρει την ελευθερία, με τη ρεπουμπλικανική σημασία της, ως κανονιστικό γνώμονα για τη χάραξη και τη μέτρηση της πολιτικής που αναγνωρίζει ως καθήκον της την απαλοιφή της αδικίας και της ανισότητας, οι οποίες περιορίζουν ή και περιστέλλουν την ελευθερία, μέσα σε συνθήκες εξάρτησης, πολιτικής, κοινωνικής και ατομικής. Αυτός άλλωστε είναι ο γνώμονας για την αξιολογική αποτίμηση της αριστερής πολιτικής, ιδίως όταν αυτή εγγράφεται στην προοπτική του αναπροσδιορισμού, της επανοικείωσης, αλλά και της ριζοσπαστικής ανακατεύθυνσης των κλασικών αρχών της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, στο πλαίσιο της ανανεωτικής Αριστεράς. Πρόκειται για τις αρχές της κοινωνικής προστασίας, της απρόσκοπτης λειτουργίας του κράτους δικαίου, αλλά και της διασφάλισης της κοινωνικής συνοχής, μέσω ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων προς την κατεύθυνση της μείωσης των κοινωνικών ανισοτήτων.

Όλα αυτά μπορούν να χωρέσουν στο πολιτικό μας φρόνημα. Δεν χωρούν όμως στο δεσπόζον, μεταπολιτικό φρόνημα της αρτιγέννητης πολιτικής τάξης, που συνθλίβει την κοινωνία και με τη λαϊκιστική --πέραν του συγκροτημένου πολιτικού λόγου-- ηθικολογία της, καταδολιεύει και διασύρει ως αυθαιρέτως κεκτημένα όλα όσα κατακτήθηκαν στην πορεία της πραγμάτωσης των αιτημάτων του μεταρρυθμιστικού σοσιαλιστικού κινήματος, στη μεταπολεμική Ευρώπη. Δηλαδή, όλα όσα συνδέουν τα δικαιώματα --ατομικά και πολιτικά-- με τις υλικές προϋποθέσεις οι οποίες επιτρέπουν την ενάσκηση αυτών των δικαιωμάτων∙ πραγματικές προϋποθέσεις που αφορούν τα δικαιώματα πραγματικών ανθρώπων. Είναι ο νεόκοπος λαϊκισμός και η αντιφιλελεύθερη (με τη σημασία του πολιτικού φιλελευθερισμού) και αντιδημοκρατική, πολιτική ορθοφροσύνη που αναμέλπει δοξαστικούς ύμνους σε κάποια αόριστη πολιτική αριστεία, η οποία θα διαχειρίζεται εν λευκώ τον αργό θάνατο μιας ολόκληρης κοινωνίας. Αυτό είναι το αρτισύστατο, αντιδημοκρατικό φρόνημα των ημερών. Με αυτή την έννοια, είναι πράγματι σημαντικό και, κυρίως, έχει αξία να κάνουμε αυτό που επιτάσσει το δικό μας φρόνημα --το δημοκρατικό, πατριωτικό μας φρόνημα-- δηλαδή να σκεφτούμε και να πράξουμε ως αντιφρονούντες.



[Σχόλια και συζήτηση για το άρθρο στο ιστολόγιο των Ενθεμάτων]



Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει πολιτική και ηθική φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Δ.Σκάλκος :Από τον Μαρξ στον Χάγιεκ (και πίσω)

Αναδημοσίευση: The Books Journal

Αν και ο Μαρξ θεωρείται θεμελιωτής του επιστημονικού υλισμού και, κυρίως, ο

πολιτικός υποκινητής των αυταρχικών κομμουνιστικών καθεστώτων του 20ού αιώνα,
ενώ ο Φρήντριχ Χάγιεκ τοποθετείται στον αντίποδά του, έχει ενδιαφέρον να
παρατηρήσει κανείς ότι οι δύο στοχαστές προσεγγίζουν με κοινούς τρόπους τον
καπιταλισμό εξάγοντας κοινά συμπεράσματα.
«Ο Μαρξ έθεσε όλες τις σωστές ερωτήσεις.»
Γιόζεφ Σούμπετερ


Η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση εμφανίστηκε απρόσμενα, σαν καταιγίδα στον ανέφελο ουρανό. Άλλοτε ισχυροί τραπεζίτες, φιλόδοξοι χρηματιστές και ανέμελοι πολιτικοί, τσαλαβουτούν σήμερα ζαλισμένοι στα απόνερα της κρίσης ενός συστήματος που κόμπαζε αυτάρεσκα πως είχε κατορθώσει να εξαφανίσει δια παντός τις διακυμάνσεις των οικονομικών κύκλων. Μαζί τους δυστυχώς υφίστανται τις συνέπειες της κρίσης εκατομμύρια άτυχων επενδυτών και αδύναμων πολιτών που αγωνιούν για την επόμενη μέρα της καθημερινότητάς τους. Αν ζούσε σήμερα ο
Κάρολος Μαρξ πιθανολογώ πως θα παρατηρούσε, με τη γνωστή πρόζα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, ότι για μια ακόμη φορά «όλες οι βεβαιότητες εξατμίζονται στον αέρα».


Η αναγκαιότητα της ερμηνείας των αιτίων της κρίσης αναμενόμενα επαναφέρει στο προσκήνιο την αδικαιολόγητα περιθωριοποιημένη σκέψη αυτού του σπουδαίου ανατόμου του καπιταλισμού. Παραδόξως, όχι όμως ανεξήγητα, ελάχιστη έκπληξη για την καταστροφική κρίση θα εξέφραζε επίσης και ο Φρήντριχ Χάγιεκ, για τον οποίο η
φάση ανόδου του οικονομικού κύκλου θα ήταν ακόμα μία τεχνητή φούσκα πιστωτικής επέκτασης που αναπόφευκτα θα κατέληγε στη δραματική διόρθωσή της. Λονδίνο, περίπου στο μέσο του δέκατου ένατου αιώνα. Ο Κάρολος Μαρξ περνά ατελείωτες ώρες στο Βρετανικό Μουσείο προσπαθώντας να ανακαλύψει τα μυστικά του κεφαλαίου. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, ένας άλλος γερμανόφωνος εμιγκρές, στον ίδιο τόπο και χώρο, επιχειρεί να προσεγγίσει παρόμοια επιστημονικά ζητήματα.


Ο Φρίντριχ Χάγιεκ δεν δίστασε να αναγνωρίσει τη συμβολή του Μαρξ στην ιστορική εξέλιξη της οικονομικής σκέψης. Έτσι, στην περίφημη διάλεξή του στο London School of Economics (LSE) με τίτλο «Η Μαρξιστική Θεωρία των Κρίσεων» (The Marxian Theory of Crises), εκθιάσε τις αναλυτικές προσεγγίσεις του δεύτερου τόμουτου Κεφαλαίου.


ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ


H οικονομική θεωρία των δύο στοχαστών παρουσιάζει εμφανή κοινά στοιχεία. Ο γνωστός μαρξιστής οικονομολόγος Meghnad Desai παραπέμπει στις ομοιότητες ανάμεσα στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου και την Καθαρή Θεωρία του Κεφαλαίου (Pure Theory of Capital) που δεν περιορίζονται στην εξαιρειτκά δύστροπη γραφή, όπως ίσως θα παρατηρούσε κάποιος αλλά, αφορούν στη θεωρία του κεφαλαίου, στη σημασία της πιστωτικής επέκτασης, στον δυναμικό και κυκλικό χαρακτήρα του καπιταλισμού. Όπως παρατηρεί ο, γνωστός βιογράφος του Κέυνς, Robert Skidelsky, φαίνεται απόλυτα κατανοητό γιατί η σκέψη του Χάγιεκ ελκύει ορισμένες κατηγορίες μαρξιστών.


Ο αυστριακός θεωρητικός της «δημιουργικής καταστροφής», Γιόζεφ Σουμπέτερ (Josef Schumpeter), υποστήριξε ότι η πραγματικότητα του καπιταλισμού είναι, από την αρχή ως το τέλος, μια διαδικασία αλλαγής. Xιόλου τυχαία λοιπόν, αφιερώνει το πρώτο μέρος του περίφημου βιβλίου του Καπιταλισμός, Σοσιαλισμός και Δημοκρατία (Capitalism, Socialism and Democracy, 1943) στην ανάλυση του μαρξικού έργου υποστηρίζοντας ότι από τη μαρξιστική σκέψη αξίζει να διασωθεί η ανάλυση του καπιταλισμού ως ένα δυναμικό σύστημα.


Ας θυμηθούμε τι γράφει ο Μαρξ στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848): Η μπουρζουαζία έπαιξε έναν επαναστατικό ρόλο στην ιστορία. Η μπουρζουαζία έδειξε πρώτη τι μπορεί να καταφέρει η ανθρώπινη δραστηριότητα. Έχει επιτελέσει θαύματα που ξεπερνούν τις πυραμίδες της Αιγύπτου, τα ρωμαϊκά κανάλια και τους γοτθικούς καθεδρικούς ναούς...Η μπουρζουαζία έδωσε έναν κοσμοπολίτικο χαρακτήρα στην παραγωγή και την κατανάλωση κάθε έθνους. Η μπουρζουαζία, μέσω της ταχύτατης βελτίωσης όλων των μέσων παραγωγής, με την τρομακτική διευκόλυνση των μέσων επικοινωνίας, σπρώχνει όλα τα έθνη, ακόμη και τα πιο βάρβαρα, στον πολιτισμό.


Με τις παραπάνω γραμμές δύσκολα θα διαφωνούσε ο Χάγιεκ. Ο σπουδαίος φιλελεύθερος στοχαστής (όπως άλλωστε και όλη η σχολή των αυστριακών οικονομικών) επιμένει στο δυναμικό χαρακτήρα των αγορών, τονίζει τον παράγοντα
του χρονικού ορίζοντα, ασκώντας κριτική στα μοντέλα γενικής ισορροπίας. Για τον Χάγιεκ οι αγορές είναι προσαρμοστικά, εξελικτικά και όχι «αποτελεσματικά» (effective) συστήματα. Για τον Χάγιεκ η οικονομία αποτελεί ένα οργανικό σύνολο αλληλεπιδράσεων, όπου η ισορροπία είναι πάντοτε ασταθής και προσωρινή. Από τις «παραγωγικές δυνάμεις» του Μαρξ μέχρι τις «αυθόρμητες τάξεις» του Χάγιεκ συναντούμε την εξελεγκτική θεώρηση της ιστορίας στην κατεύθυνση της σκέψης του Άνταμ Σμιθ αλλά και του Xαρβίνου (ο οποίος μελέτησε το έργο του Σμιθ). Μάλιστα,
στον επικήδειο λόγο του για τον Μαρξ, ο Ένγκελς παρομοίασε τον φίλο του με τον Δαρβίνο της ανθρώπινης εξέλιξης.


Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Desai στο ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο του Η Εκδίκηση του Μαρξ- η αναζωογόνηση του καπιταλισμού και το τέλος του κρατικού καπιταλισμού (εκδόσεις Παπαζήση, 2004),  η ιδέα ότι η οικονομία είναι μια διαδικασία που οργανώνεται αφ’ εαυτής, στην οποία υπόκειται μια σταθερή αναζήτηση βελτίωσης εκ μέρους εκατομμυρίων ατόμων, τα οποία ενεργούν βάσει της κοινής γνώσης τους- ιδέα που συμμερίζονταν ο Μαρξ και ο Χάγιεκ- λησμονήθηκε...Το ζήτημα ήταν ότι, ακόμη και με τις πιο ακραίες υποθέσεις, είναι αδύνατο να συγκεντρωποιήσουμε τη γνώση.


Είναι ενδιαφέρον ότι ο Desai φτάνει μέχρι το σημείο να χαρακτηρίσει το δοκίμιο του Χάγιεκ «Οικονομία και Γνώση» (Economics and Knowledge, 1937) ως το σημαντικότερο κομμάτι της οικονομικής θεωρίας του εικοστού αιώνα. Οι δύο στοχαστές διέβλεπαν στον καπιταλισμό (Μαρξ) και στις ανταγωνιστικές αγορές (Χάγιεκ) τις κινητήριες δυνάμεις της κοινωνικής εξέλιξης. Ο καπιταλισμός «επαναστατικοποιεί όλα τα μέσα παραγωγής» (Μαρξ) ενώ οι αγορές θέτουν σε κίνηση μια «διαδικασία ανακάλυψης» (Χάγιεκ).


Εξίσου ενδιαφέρον είναι ότι, ο ελευθεριακός θεωρητικός Chris Matthew Sciabarra, στο βιβλίο του Μαρξ, Χάγιεκ και Ουτοπία (Marx, Hayek, and Utopia, 1995) επισημαίνει ότι αμφότεροι οι Μαρξ και Χάγιεκ (εκκινώντας από την εγελειανή αρχή πως τα μέρη αποτελούν «στιγμές μιας οργανικής ολότητας») μοιράζονται μια ιδιότυπη διαλεκτική, αναγνωρίζοντας τη στενή αλληλεπίδραση μεταξύ των μερών (οικονομία, θεσμοί, κουλτούρα) στη- σταδιακή- ιστορική τους εξέλιξη. Διόλου ντυχαία αμφότεροι αποστρέφονται τον «ουτοπικό» ριζοσπαστικό βολονταρισμό.


Πέρα από την οικονομική vulgarité αδαών μαρξιστών και τον στείρο νεοφιλελεύθερο οικονομισμό, η προσέγγιση του Μαρξ για τους οικονομικούς κύκλους και τις κρίσεις του καπιταλισμού αποκαλύπτει μια πολιτική ανάλυση, από ορισμένες πλευρές, παρόμοια με αυτήν της «αυστριακής σχολής των οικονομικών» καθώς και στις δύο περιπτώσεις το κράτος αποτελεί πηγή πληθωρισμού.


ΚΑΙ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ;


Είναι προφανές (και προς αποφυγή πιθανών παραξηγήσεων) ότι η σκέψη των δύο σπουδαίων στοχαστών παρουσιάζει περισσότερες διαφορές παρά ομοιότητες.ωστόσο, η ανάδειξη των εκλεκτικών συγγενειών δύο τόσο διαφορετικών θεωρητικών προσεγγίσεων μας επιτρέπει να αναδείξουμε ζητήματα που μέχρι πρότινος παρέμεναν
στο περιθώριο της θεωρητικής συζήτησης. Τούτο διότι ο πυρήνας της σκέψης τους τοποθετείται απέναντι από τις βασικές θεωρητικές παραδοχές που αποτελούν τα διανοητικά θεμέλια του κυρίαρχου επιστημονικού παραδείγματος οργάνωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών- και εν πολλοίς υπεύθυνου για την οικονομική κρίση του
2008.


Έτσι λοιπόν, τόσο η μαρξιστική όσο και η χαγιεκιανή θεωρία διαφοροποιούνται ριζικά από το επιστημονικό-μεθοδολογικό υπόβαθρο της Νέας Σύνθεσης, δηλαδή της σύνθεσης νέο-κλασσικών και νέο-κευνσιανών θεωριών, γύρω από την οποία οικοδομήθηκε ένα πανίσχυρο consensus της ακαδημαϊκής κοινότητας τις τελευταίες
δεκαετίες. Στις θεωρητικές παραδοχές της Νέας Σύνθεσης και ειδικότερα στην «υπόθεση των αποτελεσματικών αγορών» βασίστηκαν τα διάφορα μοντέλα της Δυναμικής Στοχαστικής Γενικής Ισορροπίας (Dynamic Stochastic General Equilibrium) γύρω από τα οποία οργανώθηκαν οι χρηματοπιστωτικές αγορές.


Αυτά τα μοντέλα προϋποθέτουν την ορθολογικότητα του «οικονομικού ανθρώπου» και προσεγγίζουν τις αγορές στατικά και μάλλον απλουστευτικά, θεωρώντας πως είτε χωρίς παρέμβαση (νέο-κλασσικοί) είτε με την κατάλληλη παρέμβαση (νέο- κεϋνσιανοί) μπορούν να βρεθούν σε κατάσταση ισορροπίας. Και πάντως σε κάθε περίπτωση με την κατάλληλη ρύθμιση, είτε μέσω της πολιτικής επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών (μονεταριστές) είτε μέσω της δημοσιονομικής τόνωσης της ζήτησης (κεϋνσιανοί). Αυτό ακριβώς το μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας των
χρηματοπιστωτικών αγορών ο Ben Bernanke το 2004 ονομάτισε Μεγάλη Ρύθμιση (Great Moderation).


Έτσι, το μοντέλο της γενικής ισορροπίας των αγορών από ιδεότυπος περιγραφής της πραγματικότητας (πώς θα μπορούσε να είναι…) μετατρέπεται σε στατικό μοντέλο καταγραφής της πραγματικότητας (όπως είναι…). Και βασιζόμενοι στην ποσοτική ανάλυση και με την ευρεία χρήση πολύπλοκων μαθηματικών εργαλείων, δίνουν την
εσφαλμένη εντύπωση της δυνατότητας ακριβούς πρόβλεψης.


Όμως, για τους Μαρξ και Χάγιεκ η αιτιότητα που συνδέει τα οικονομικά φαινόμενα δεν είναι ποτέ «γραμμική». Και ακόμη τι άλλο συνιστά η Μεγάλη Ρύθμιση, παρά μια μορφή ανεπίτρεπτης διανοητικής αλαζονείας ή καλύτερα «μοιραίας έπαρσης» (για να θυμηθούμε τον τίτλο του τελευταίου βιβλίου του Χάγιεκ).Εικάζουμε επίσης ότι, οι Μαρξ και Χάγιεκ δεν θα συμφωνούσαν με τις εφαρμοζόμενες κεϋνσιανές «θεραπείες» της κρίσης (προσφορά χρήματος, φορολόγηση, δημοσιονομικά ελλείμματα, κ.λπ). Ο Χάγιεκ ειδικότερα θα προτιμούσε να δοθεί το περιθώριο στο οικονομικό σύστημα να επεξεργαστεί το ισχυρό σοκ της κρίσης (χωρίς τούτο να σημαίνει ότι θα ήταν αντίθετος σε μέτρα κοινωνικής προστασίας). Στην πραγματικότητα πρόκειται για πολιτικές επιλογές που συνιστούν
σπασμωδικές ενέργειες, οι οποίες επιβάλλονται από τις αναγκαιότητες του πολιτικού κύκλου, παρά από ιστορικά τεκμηριωμένη οικονομική γνώση.


Η σφοδρή οικονομική κρίση αναζωπύρωσε παλαιότερες συζητήσεις για το μέλλον του καπιταλισμού, τα όρια και τη βιωσιμότητά του. Μήπως τελικά εξααντλούνται οι δυνατότητες αναπαραγωγής του κυρίαρχου καπιταλιστικού συστήματος; Αριστεροί πολέμιοι των ανοιχτών αγορών, συντηρητικοί υπέρμαχοι των κλειστών συνόρων,
κινδυνολογούντες οικολόγοι, και πολλοί άλλοι ακόμη, διαβλέπουν στις συνθήκες της κρίσης την ευκαιρία οικοδόμησης «ενός άλλου κόσμου». Είναι, λοιπόν, δικαιολογημένες οι προσδοκίες τους;


Μάλλον όχι, θα απαντούσαν οι περισσότερο συνεπείς μελετητές του μαρξισμού.


Όπως ίσως θα μας υπενθύμιζε ο Μαρξ στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, «καμία κοινωνική οργάνωση δεν εξαφανίζεται προτού όλες οι παραγωγικές της δυνάμεις έχουν πλέον αναπτυχθεί». Μάλιστα, (όπως σημειώνει στον δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου) ένα καπιταλιστικό μοντέλο θα μπορούσε, υπό συνθήκες, να επιβιώσει επί δεκαετίες, σταθερά και χωρίς κυκλικές διακυμάνσεις. Και πολλά χρόνια αργότερα ο σπουδαίος ιταλός μαρξιστής Αντόνιο Γκράμσι θα σημείωνε στα Τετράδια της Φυλακής ότι, μια κρίση μπορεί να διαρκέσει για δεκαετίες.


Ο Ντέηβιντ Χάρβεϊ (David Harvey), ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες σύγχρονους μαρξιστές θεωρητικούς και συγγραφέας του βιβλίου Το Αίνιγμα του Κεφαλαίου και οι Κρίσεις του Καπιταλισμού (Καστανιώτης, 2011) δεν διστάζει να παραδεχτεί ότι σε καμία περίπτωση δεν έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες συσσώρευσης του κεφαλαίου
σε παγκόσμιο επίπεδο.


Η πολυπλοκότητα της σύγχρονης πραγματικότητας δεν αποτρέπει τις απλουστεύσεις και τις κάθε είδους βεβαιότητες. Σε κάθε περίπτωση, η προσπάθειά μας να διακρίνουμε πέρα από «τη σκιά του μέλλοντος» (για να θυμηθούμε τον Έγελο) θα είναι μακρά και κοπιώδης. Ειδικά στην οικονομία που, όπως έχει ειπωθεί χαρακτηριστικά, τα ερωτήματα παραμένουν ίδια και μόνο οι απαντήσεις αλλάζουν.


Σήμερα ωστόσο, ήρθε ο καιρός να επαναδιατυπώσουμε τα θεμελιώδη οικονομικά ερωτήματα στην κατεύθυνση της κριτικής ανα-σύνθεσης του έργου δύο σπουδαίων ετερόδοξων οικονομολόγων, όπως οι Κάρολος Μαρξ και Φρίντριχ Χάγιεκ.


*Ο Xημήτρης Σκάλκος είναι πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος, διευθυντής του
Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών. Πρόσφατο βιβλίο του, Αλήθειες για το Φιλελεθερισμό (Κριτική, 2008).

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012

N.Βαγδούτη: Από τον Δεκέμβρη στο Σύνταγμα, και ξανά πίσω στον Δεκέμβρη;

Πηγή:RedNoteBook

Μετά τη μεγαλειώδη συγκέντρωση της 12ης Φεβρουαρίου και την απίστευτη καταστολή, σκεφτόμουν ποιες δυνατότητες έχει ένα κίνημα να πιέσει την κυβέρνηση σε μια κατάσταση με χαρακτηριστικά έκτακτης ανάγκης και σε τι αυθόρμητες πρακτικές μπορεί να oδηγηθεί, ενώ αντιμετωπίζει μια καταστολή σαν αυτή που ζήσαμε το τελευταίο διάστημα, και εν μέσω μιας τέτοιας κρίσης.


Από το ξέσπασμα της κρίσης και μετά, ο φιλελεύθερος, «σχηματικός» διαχωρισμός κοινωνικού-πολιτικού επιπέδου (κίνημα «από τα κάτω», κόμμα που εκπροσωπεί στο Κοινοβούλιο και κράτος που μερικώς ενσωματώνει, εμφανιζόμενο ως ο εκπρόσωπος του γενικού συμφέροντος) έχει εν τοις πράγμασι αρθεί, στο βαθμό που το κράτος δεν ενσωματώνει πλέον κανένα αίτημα των «από κάτω» και δεν μπορεί να εγγυηθεί την συνολική κοινωνική ευημερία.

Οι διεργασίες αυτές αντανακλούν στους νέους κοινωνικούς αγώνες. Ξεσπάει λοιπόν μια νέα μορφή μαζικών κινημάτων που δεν μένουν σε οικονομικά ή μερικά πολιτικά αιτήματα, αλλά είναι πολιτικά με την πιο πλατιά έννοια του όρου: επερωτώντας τα πάντα, ακόμα και βασικές πολιτειακές αρχές της αστικής δημοκρατίας. Αυτό δημιουργεί δυνάμει ευνοϊκές συνθήκες για την Αριστερά, η οποία μπορεί πλέον να μιλήσει για την αστική δημοκρατία, όχι μόνο ως προς το συγκεκριμένο περιεχόμενο που κάθε φορά παίρνει αυτή, αλλά ως μορφή που δεν εγγυάται ούτε την κοινωνική ευημερία ούτε τη λαϊκή κυριαρχία. Η εξέλιξη αυτή δεν συνεπάγεται κανενός είδους βεβαιότητες, καθώς μπορεί κάλλιστα να οδηγήσει και σε άλλου είδους «μεγάλες αφηγήσεις». Η ισχυρή επανεμφάνιση του εθνολαϊκισμού στον δημόσιο λόγο ως απάντηση στους «μειοδότες πολιτικούς» μαρτυρά του λόγου το αληθές.

Πότε όμως αυτή η επερώτηση γίνεται πιο ηγεμονική κοινωνικά και μπορεί να πάρει αριστερό-χειραφετητικό περιεχόμενο; Ο Ζακ Ρανσιέρ μας λέει ότι «το κριτήριο για τον πολιτικό χαρακτήρα ενός κινήματος δεν είναι να προτείνει αυτό διεκδικήσεις ή ένα πρόγραμμα, ούτε να απέχει από τη βία. Είναι να βρίσκει ένα χώρο πράξης, ομιλίας και σκέψης που να υπερβαίνει την απλή επιβεβαίωση μιας δεδομένης ομάδας (ως κριτική στον Δεκέμβρη του 08)… Η ιστορία της χειραφέτησης είναι η ιστορία μορφών υλικής βίας που όμως διανοίγουν ταυτόχρονα χώρους μοιρασμένης ομιλίας. Αυτό είναι που διαχωρίζει την πολιτική βία από την πολεμική βία όπου ζητούμενο είναι μονάχα να χτυπηθεί ο αντίπαλος».

Αυτή η κριτική του Ρανσιέρ είναι νομίζω και η διαφορά μεταξύ του Δεκέμβρη του 2008 και του Συντάγματος. Στην πρώτη περίπτωση, στο κίνημα κυριάρχησε μια βία που, ενώ άνοιγε ως συμβάν το ερώτημα «μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μέλλον;», την ίδια στιγμή το έκλεινε, καθώς δεν υπήρχε ο χώρος για πολιτική συζήτηση. Προφανώς αναφέρομαι στην κυρίαρχη πρακτική, και όχι σε γεγονότα που βοηθούσαν στο άνοιγμα του ερωτήματος, όπως το η κατάληψη στο πάρκο Ναυαρίνου, τη Λυρική Σκηνή κλπ). Στην περίπτωση του Συντάγματος, από την άλλη πλευρά, το κίνημα απάντησε υπόρρητα, ανοίγοντας πολιτικά το ερώτημα που πρώτα έθεσε ο Δεκέμβρης.

Έφτιαξε διαδικασίες συζήτησης (συνέλευση, εκδηλώσεις), χώρους αυτοοργάνωσης, χώρους πολιτιστικής δημιουργίας, ψήγματα μιας μελλοντικής διαφορετικής κοινωνίας. Επρόκειτο για μια διαδικασία που μπορεί να μην ακύρωνε τον ρόλο του κράτους, έδινε όμως την εικόνα μιας δεύτερης δημόσιας σφαίρας, την εικόνα δηλαδή ότι ο λαός μπορεί να εκφεύγει (έστω και πρόσκαιρα) από την δημοκρατία με τη μορφή που της δίνει ο φιλελευθερισμός, και να αμφισβητεί, οριακά, ακόμη και το ίδιο το μονοπώλιο της πολιτικής απόφασης. Βέβαια το ερώτημα γιατί δεν κέρδισε το Σύνταγμα εξακολουθεί να τίθεται, προς επιβεβαίωση και της πραγματικής δύναμης του κράτους.

Νομίζω λοιπόν ότι από το Σύνταγμα και μετά, το κύριο μέλημα των «από πάνω» είναι αυτή η κοινωνική επερώτηση να μη μετατρέπεται σε έναν νέο συλλογικό χώρο πράξης, ομιλίας και σκέψης που θα αμφισβητεί οργανωμένα και σε πιο μόνιμη βάση το μονοπώλιο της πολιτικής απόφασης. Γι’ αυτό προσπαθούν να καταστείλουν άμεσα κάθε κινητοποίηση που δεν έχει στόχο να κάνει ένα απλό και γρήγορο πέρασμα από τη Βουλή. Γι’ αυτό «καθαρίζουν» συνεχώς την Πλατεία Συντάγματος από τον Σεπτέμβρη, γι’ αυτό καταστέλλουν με απίστευτη ταχύτητα και βιαιότητα προσπάθειες κατάληψης κτιρίων του Κέντρου σε αχρησία, τα οποία θα μπορούανν να λειτουργήσουν όχι μόνο ως εστίες αλληλεγγύης (όπως το καφενείο, δίπλα στο Πνευματικό Κέντρο), αλλά και ως κέντρα αυτο-οργάνωσης των «από κάτω».

Με βάση λοιπόν αυτά, και με αφορμή την πρωτοφανή καταστολή της 12ης Φεβρουαρίου, τίθενται ένα πρόβλημα και ένα βασικό ερώτημα. Το πρόβλημα είναι ότι η καταστολή αντικειμενικά διαλύει τις προσπάθειες δημιουργίας ενός τέτοιου χώρου, διαλύοντας και τις ίδιες τις συγκεντρώσεις. Όμως αυτό δεν μπορεί να κρατήσει παρά για λίγο, καθώς η πραγματικότητα της φτώχειας και της ανεργίας είναι πια αμείλικτη: από σήμερα, 489 ευρώ καθαρά. Εδώ λοιπόν έρχεται το ερώτημα: πώς διαχειριζόμαστε την δικαιολογημένη οργή του κόσμου, που είναι και δική μας οργή; Εδώ είναι που ανοίγει και η κουβέντα περί των «επεισοδίων». Μπορούμε εύκολα να αποδώσουμε αυτά τα τελευταία σε σχέδια παρακρατικών, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζονται παρακρατικοί για ξαναθυμηθούμε τι ζήσαμε τον Δεκέμβρη ή ακόμα και με τη Marfin. Η έννοια του παρακράτους είναι σαν το «άσυλο της άγνοιας» του Σπινόζα: χωρίς να εξηγούμε τίποτα, φανταζόμαστε ότι εξηγούμε τα πάντα και ξεμπερδεύουμε εύκολα μ’ αυτά. Αν η δήθεν εξήγηση ντύνεται και με έναν εθνικό λόγο, ακόμα καλύτερα, αφού φτιάχνει και μια σχέση του ερμηνευτή με το «εθνικό ακροατήριο».

Η πραγματικότητα όμως, ακόμη και με όρους «εθνικού ακροατηρίου», είναι άλλη. Κι όσο πιο γρήγορα την καταλάβουμε, τόσο πιο γρήγορα θα μετασχηματίσουμε και τη δική μας δράση. Η εικόνα στις 12/2 ήταν απλά η εικόνα ανθρώπων οργισμένων από την κρίση, χούλιγκανς, νέων που δεν βλέπουν μέλλον και άλλη λύση πέρα από την αδιάκριτη βία. Μπορεί και προβοκατόρων που παρεισφρέουν, αλλά το θέμα είναι όλοι οι άλλοι. Πέρα από αυτούς δε, η εικόνα είναι και προϊόν της γενικευμένης βίας του κράτους, η οποία νομιμοποιεί ουσιαστικά ως απάντηση κάθε μορφή βίας, και όχι μόνο αυτή που λειτουργεί αυτοπροστατευτικά για το κίνημα.

Ενώ όμως ισχύουν τα παραπάνω, πέρα από τον διαχωρισμό από την απλή προβοκατορολογία χρειάζεται να προχωρήσουμε και πέρα από την κατανόηση της οργής. Ναι, η αστυνομία προσπάθησε με απίστευτη βιαιότητα να διαλύσει τη διαδήλωση, από το πρώτο μισάωρο. Ναι, δεν έγινε και κάτι τόσο σπουδαίο αν καούν και 10 κτίρια (που τελικά δεν κάηκαν), όταν υποθηκεύεται το μέλλον μας σε τέτοιο βαθμό. Αλλά, χρειάζεται να πούμε και ότι αυτή η βία αφ’ ενός γενικεύει το κλίμα εξατομικευμένου φόβου και τρομοκρατίας (ειδικά σε όσους δεν είναι ντυμένοι με πολεμική αρματωσιά), άρα υπονομεύει την μαζικότητα, αφ΄ ετέρου δε, και κατά κύριο λόγο (αν υποθέσουμε ότι ξεπερνιέται το πρώτο), δεν μετατρέπει την οργή του κόσμου σε μια νέα συλλογική-πολιτική πρακτική. Στην πραγματικότητα, κάνει ακριβώς το ανάποδο: εξατομικεύει την αντίδραση απέναντι στο κράτος και στις δυνάμεις καταστολής και δεν πολιτικοποιεί την οργή προς μια χειραφετητική κατεύθυνση. Δεν είναι τυχαίο ότι στις 12/2 ακόμη και στο πεδίο των συγκρούσεων ήταν έντονο το εθνικό στοιχείο, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις βρισιές στους «προδότες γερμανοτσολιάδες ή τούρκους» αστυνομικούς, που «θα έπρεπε να είναι μαζί μας και όχι εναντίον μας».

Όσοι το Δεκέμβρη δεν βλέπαμε εύκολα τον τρόπο πολιτικής άρθρωσης της οργής, από το Σύνταγμα και μετά αρχίσαμε να βλέπουμε ότι γίνεται κι αλλιώς. Είδαμε ότι η υλική απάντηση στην αστυνομική καταστολή, μπορεί να συνδυάζεται (με επιμονή βέβαια) με τη δημιουργία διαδικασιών που να οργανώνουν την οργή σε μια νέα συλλογική πολιτική –και όχι μόνο– πρακτική και να της δίνουν ένα αριστερό και ένα νέο «ηθικό» περιεχόμενο. Όμως, το τωρινό ερώτημα είναι πιο δύσκολο. Τόσο γιατί η κρίση είναι πιο έντονη, όσο και γιατί η εμπειρία του Συντάγματος έχει διδάξει και το Κράτος. Πώς απαντάμε στην προσπάθεια του κράτους να καταστέλλει εν τη γενέσει της κάθε εστία κοινωνικής αντίστασης που αποκτά πιο μόνιμα και πολιτικά χαρακτηριστικά, και πώς ταυτόχρονα αντιμετωπίζουμε την ολοένα και πιο ανεξέλεγκτη οργή του κόσμου; Μήπως θα ήταν βολικό για το κράτος να γυρίσουμε πίσω σε πρακτικές (δικαιολογημένης, κατά τα άλλα) μητροπολιτικής βίας;

Νομίζω ότι όσο γραμμικό είναι να λέμε ότι δεν πρέπει «να ραγίσει ούτε τζάμι» , άλλο τόσο γραμμικό είναι να θεωρούμε ότι η βίαιη οργή του κόσμου θα οδηγήσει a priori σε μια επαναστατική-χειραφετητική κατεύθυνση. Μ’ αυτή την έννοια, το στοίχημα σ’ αυτή τη φάση δεν είναι να οργιστεί ο κόσμος. Ο κόσμος είναι ήδη αρκετά οργισμένος. Το ζήτημα είναι η πολιτικοποίηση των «παθών», η διάνοιξη ενός νέου «ορατού» πολιτικού πεδίου για τους «από κάτω», που θα τους δείξει ότι υπάρχει ελπίδα και πέραν της κοινοβουλευτικής πραγματικότητας. Σ’ αυτή την κατεύθυνση δεν μπορούμε ούτε απλά να αναμένουμε πότε θα εισακουστεί το αίτημα για εκλογές (που ορθά τίθεται), ούτε να εξαντλούμε τη δράση μας στις ημέρες-σταθμούς των κινητοποιήσεων, που μπορεί να υπονομεύονται πλέον εντονότερα από την καταστολή. Το ζήτημα είναι η οργάνωση της οργής σε όλη την έκταση της κοινωνικής ζωής στην καθημερινότητα και η επανα-πολιτικοποίηση της κοινωνικής ζωής. Είναι τελικά η ίδια η προσπάθεια άρσης του διαχωρισμού μεταξύ κοινωνικού και πολιτικού από τη μεριά μας. Ένα τέτοιο πρώτο βήμα είναι οι δομές αλληλεγγύης και οι λαϊκές συνελεύσεις που ήδη συγκροτούνται στις γειτονιές. Πρέπει όμως αφ’ ενός να γενικευτούν και να γίνουν καθημερινή πρακτική των «από κάτω» και αφ’ ετέρου να συντονιστούν σε μια πιο κεντρική μορφή που θα τους καθιστά, από απλούς αποδέκτες αλληλεγγύης, ένα πιο μόνιμο και πλατύ υποκείμενο αγώνα. Η δημιουργία θεσμών αλληλεγγύης, δημοκρατίας και συλλογικής ζωής στην καθημερινότητα είναι κομβικής σημασίας ούτως ώστε η οργή να μην εκδηλώνεται ούτε ως μια βίαιη κραυγή ατομικής απελπισίας, ούτε ως μια αναζήτηση ενός νέου εθνικού ηγέτη-αφέντη που θα απευθύνεται στην κοινωνία, χωρίς τις διαμεσολαβήσεις του «παρηκμασμένου» πολιτικού επιπέδου.

Η τρομακτική έκταση που παίρνει η κρίση και η καταστολή μπορούν εύκολα να οδηγήσουν σε γενικευμένα φαινόμενα απελπισμένης μητροπολιτικής βίας, στο βαθμό που δε φαίνεται να υπάρχει ένα ορατό πολιτικό μέλλον. Όμως, τώρα τα πράγματα δεν είναι όπως παλιά. Κι αυτό γιατί στην γενικευμένη οργή, έρχεται να προστεθεί και η έντονη έξαρση του εθνικού στοιχείου και ο γενικευμένος αντικοινοβουλευτισμός. Συνεπώς, αν αφήσουμε το κοινωνικό πεδίο στις ορέξεις των «από πάνω», η δικαιολογημένη οργή μπορεί να αποκτήσει ακόμα και εθνικιστικό προσανατολισμό. Ας ρίξουμε μια ματιά στη Γερμανία του ‘30 και θα πεισθούμε γι’ αυτό.

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Minority Opinion:Φως στο τούνελ.............

Το αγγλόφωνο , φιλελευθερίζον με δεξιόστροφο βλέμμα , blog Minority Opinion περιγράφει ενδείξεις καποιου φωτός στα οικονομικά.

Το άρθρο του τελειώνει ως εξής

We are of course not saying that 'happy times are here again'. There is a lot more improvement needed before one can sound the 'all clear' for Greece's economy. In all likelihood, lagging indicators such as unemployment will continue to deteriorate for a while yet. But unless the present course is derailed after the April elections – unfortunately this remains a very real possibility, as Greece's 'hard left' seems to have garnered an enormous amount of electoral support – the improvements should continue.



In other words, if it is possible to keep the social tensions from erupting into even more profound upheaval and the current economic policy is completely abandoned as a result, there is a good chance that Greece's economy will look a lot better than today a year or two hence.


So we are happy to report that in spite of everything, there now seems to actually be a small light at the end of the tunnel.


Λες να έχει δίκιο;Τουλαχιστον μην πάνε χαμένες οι τόσες θυσίες.........
 
Ολο το άρθρο στα αγγλικά εδώ

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2012

Σκοτάδι παντού........

“'Ενταση επικράτησε έξω απο το κτίριο της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης στον Ταύρο πρίν απο τις εσωτερικές εξετάσεις του υπ. οικονομικών για την ανάδειξη καινούργιων ελεγκτών στις εφορίες .”


Στις 10 το πρωί έδιναν εξετάσεις οι υπάλληλοι του υπουργείου οικονομικών για τη νεοσύστατη υπηρεσία "ελεγκτών, βεβαίωσης και αναγκαστικής είσπραξης εσόδων του κράτους".

Μέλη της ομοσπονδίας εφοριακών είχαν συγκεντρωθεί έξω από το κτίριο όπου διεξάγονταν οι εξετάσεις και εμπόδιζαν συναδέλφους του να μπουν και να πάρουν μέρος στη διαδικασία.

Μετά την παρέμβαση των ΜΑΤ οι εξετάσεις έγιναν τελικά αλλα απο τους 870 υπαλλήλους που είχαν δηλώσει υποψηφιότητα για να μετάσχουν στις εξετάσεις, μόνο 100- 150 άτομα τελικά μπήκαν στο κτίριο.

Οι υπόλοιποι στη θέα των επεισοδίων αλλά και των αστυνομικών δυνάμεων αποχώρησαν.

πηγή: NewsKosmos.Com/news.pathfinder.gr

Σχόλιο LLS

Οποιος βρει κόμμα της δεξιάς η της αριστεράς, φορέα, συνδικάτο που να πάρει θέση για το ζήτημα ας μου γράψει..........
Οι πιο καλοπληρομένοι ΔΥ δεν θέλουν και πετυχαίνουν να διαλύσουν εξετάσεις αξιολόγησης

Ποια κομματα ποιες ιδεες τους εμπνέουν; Όλα

Τετάρτη 15 Φεβρουαρίου 2012

Καλως ήρθαμε στο 1936

Δεν μπορεί κάτι περίεργο συμβαίνει:
Πρώτον κατάγεται από την Πάδουα  όπου γεννήθηκε και ένας φασίστας΄.
Δεύτερον ήταν "κύρηκας"
Τρίτον συναναστρεφόταν καθηγητές ξένων γλωσσών, κάτι που μoιάζει με κάτι γκρούπες της CIA
Τέταρτον δεν του αρνήθηκαν την βίζα στις ΗΠΑ
Μα είναι προφανές έχει σχέσεις με την CIA........


Ο μεγαλύτερος κήρυκας του "άτακτου παρτιζάνικου πολέμου" στην Ιταλία (και στη Γαλλία) είναι ο καθηγητής Αντόνιο Νέγκρι, ο οποίος, όπως ο νεοφασίστας Φρέντα, κατάγεται κι αυτός από την Πάδουα. Ο Νέγκρι, μαζί με το Ρενάτο Κούρτσο και άλλους ηγέτες των "Ερυθρών Ταξιαρχιών", έδρασε για πολύν καιρό στο Παρίσι, δίδασκε στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν, κι έγινε ο "άνθρωπος" των Γάλλων "νέων φιλοσόφων". Ο οργανωτικός πυρήνας της ομάδας Νέγκρι περιστρέφεται γύρω από την παρισινή σχολή εκμάθησης ξένων γλωσσών "Υπερίων". Το περιβάλλον θυμίζει εκείνο μέσα στο οποίο δρούσαν ελεύθερα ο "Κύκνος" και άλλοι πράκτορες της ΣΙΑ την περίοδο του "παρισινού Μάη". Το περίεργο είναι ότι ο Νέγκρι έπαιρνε ανεμπόδιστα βίζες εισόδου στις ΗΠΑ. Η φήμη του σαν απολογητή των "ανταρτών των πόλεων" δεν ενόχλησε καθόλου τις αμερικανικές αρχές, οι οποίες σχεδόν αυτόματα αρνούνται να χορηγήσουν βίζες στους εκπροσώπους των κομμουνιστικών κομμάτων, τα οποία κατηγορούν για "υπονομευτικές προθέσεις".


Για ολική επιστροφή στο 1930 εδώ

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

Greek Rider: Arbeit Macht Frei

Πρώτη δημοσίευση και σχόλια Greek Rider

Η έκφραση"Arbeit Macht Frei" (η εργασία απελευθερώνει) ήταν τοποθετημένη στην είσοδο του Άουσβιτς αλλά και σε όλα τα άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Αυτή η σκέψη που οδήγησε τους ναζί να "σηκώσουν" αυτή την ταμπέλα σε όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, είναι και σήμερα η ίδια σκέψη που είναι τοποθετημένη στο κέντρο και στην ουσία του καπιταλισμού, ο οποίος τόσο πολύ τρέφεται από την παραγωγικότητα της εργασίας.


Έτσι δεν θα πρέπει να κάνει σε κανέναν εντύπωση που πλέον οι εργαζόμενοι θα κερδίζουν λιγότερα από 500 ευρώ κάθε μήνα μαζί με δύο σφαλιάρες του αφεντικού.

Από σήμερα οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούν πλέον να πληρώσουν το ενοίκιό τους και τη διατροφή τους ταυτόχρονα τον ίδιο μήνα.

Αυτό βέβαια δεν είναι αποτέλεσμα του μνημονίου αλλά το αποτέλεσμα της αποδιάρθρωσης της παραγωγικής ικανότητας της χώρας εδώ και κάποιες δεκαετίες, μαζί με τις συνέπειες του ευρώ, της ρεμούλας και του λαϊκισμού των πολιτικών.

Επίσης σήμερα οι επίσημοι άνεργοι ξεπέρασαν το 1 εκατομμύριο σε αριθμό, οι πραγματικοί είναι πιστεύω αρκετά περισσότεροι.

Η Ελλάδα μετατρέπεται σε μια shit-hole δυστοπίας επειδή νόμιζε ότι μπορεί στα πλαίσια του πολύ εξοντωτικού παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας να κρατάει στη μασχάλη της δύο καρπούζια και να πατάει σε δύο διαφορετικούς κόσμους. Ούτε σοσιαλισμός ούτε καπιταλισμός...

Το ελληνικό τερατούργημα ήταν μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι, ούτε φοράδες. Μόνο μουλάρια που δεν γεννούν.

Και τώρα, αφού οι αγορές μας "ξεφόρτωσαν" μέχρι δεκάρας, βρεθήκαμε στο μέσο της καπιταλιστικής ζούγκλας ξεβράκωτοι.

Τώρα θα δει ο απλός και ανυποψίαστος κόσμος τι σημαίνει καπιταλισμός, τι σημαίνει "οργανωσιακή αναδιάρθρωση"και απόλυση, τι σημαίνει να δουλεύεις μόνο και μόνο για να φας, να μετράς τις δεκάρες στο σούπερμάρκετ για ένα γιαούρτι, να χρωστάς 5 ενοίκια και να φοβάσαι ότι θα βρεθείς άστεγος στο δρόμο.

Και δυστυχώς βλέπω ότι η μαλακία συνεχίζεται. Όπως πριν όλοι έβριζαν τον Παπανδρέου (αλλά όχι τον καπιταλισμό), έτσι και τώρα όλοι βρίζουν το μνημόνιο και όχι το ευρώ και τον καπιταλισμό!

Δυστυχώς και η αριστερά με το +40% πλέον, πιστεύω ότι δεν ξέρει τι της γίνεται, εγκλωβισμένη μέσα στις προκαταλήψεις της. Για τους υπόλοιπους δεν το συζητάω καν (ξέρετε το ανέκδοτο με το ΠΑΣΟΚ και τα μικρά κόμματα)....

Εκεί που φτάσαμε σήμερα, έξω από τις αγορές, με τις τιμές ακόμη στα ύψη, και πάνω από 1 εκ ανέργους, για να ζήσουμε και σαν άνθρωποι και σαν χώρα πρέπει να γίνουν τα παρακάτω:

1) Να βγούμε από το ευρώ (έστω και και για ένα διάστημα).

2) Να καταψηφίσει ο λαός τα δύο μεγάλα κόμματα για να αποδείξει ότι ΔΕΝ τα φάγαμε όλοι μαζί, δημιουργώντας τις συνθήκες να αναδειχτούν ταυτόχρονα και πιθανές νέες υγιείς και γενναίες πολιτικές δυνάμεις.

3) Να ανοίξουμε τις κλειστές αγορές αντί να συνεχίσουμε να χτυπάμε τους εργαζόμενους οι οποίοι δεν φταίνε σε τίποτα.

Και εδώ που φτάσαμε δεν αρκεί απλά να ανοίξουν οι κλειστές αγορές αλλά θα πρέπει να ανοίξουν μέχρι ξεχειλώματος, να μπορεί ο κάθε ένας άνεργος χωρίς κανέναν έλεγχο (με μια υπεύθυνη δήλωση π.χ.) να κάνει ό,τι δουλειά του κατέβει και να ανοίγει ό,τι μαγαζί θέλει (το λέω καθ' υπερβολή αλλά όμως κάτι παρόμοιο πρέπει να γίνει). Από ταξί μέχρι αστρολόγος (σημείωση: ο αστρολόγος απαιτείται να έχει ειδικό πτυχίο αστρολογίας από το νόμο αλλιώς σε κλείνουν!).

Οι ιδιοκτήτες ταξί, οι ιδιοκτήτες φορτηγών, οι φαρμακοποιοί με φαρμακεία, οι συμβολαιογράφοι, οι μηχανικοί των δημόσιων έργων και της ρεμούλας, οι συνδικαλιστικές συντεχνίες επαγγελματικών ενώσεων που έχουν μοναδικό σκοπό την εκμηδένιση του μη απασχολούμενου και άλλοι πολλοί παρόμοιοι, θα έπρεπε από την αρχή να είναι ο Μόνος στόχος μιας πολιτικής που αναγκάζεται λόγω ανάγκης να συμπλεύσει με τον νεοφιλελευθερισμό για να επιβιώσει η οικονομία.

Αντίθετα, οι αχρείοι του πολιτικού συστήματος (των γνωστών πρώην μεγάλων κομμάτων) τα έβαλαν με τους πλέον αδύναμους εργαζόμενους κυρίως των 1000 ευρώ.Ηλιθιότητα και αλητεία.

Και η αριστερά χωρίς στόχους, πνιγμένη μέσα στις προκαταλήψεις της, χωρίς γνώση των αγορών και των συνεπειών τους, κοιτάει αποσβολωμένη ελπίζοντας ποτέ να μην χρειαστεί να συγκυβερνήσει, κάτι που θα είχε ως συνέπεια την εξαφάνισή της.

Μετά που θα γίνουν τα παραπάνω που αναφέρω και η χώρα θα σταθεροποιηθεί στο διεθνές ανταγωνιστικό πλαίσιο στοιχειωδώς, τότε να αρχίσουμε (γνωρίζοντας πλέον και τι σημαίνει στην πραγματικότητα καπιταλισμός) να δημιουργούμε τις συνθήκες (ατομικές, κοινωνικές, οικονομικές, διεθνείς) που θα σχεδιάσουν την επιβίωσή μας μακριά από τον καπιταλισμό, αν αυτό τέλος πάντων θέλουμε.

Μέχρι τότε θα πρέπει να διαλέξουμε, ή η Ελλάδα θα μετατραπεί σε μια γαλέρα με δούλους που θα τραβάνε κουπί με αμοιβή ούτε ένα πιάτο φαΐ (μισθοί 500 ευρώ και κάτω και τρελή ανεργία) ή θα πρέπει να απελευθερωθούν οι αγορές και να πατήσουμε στα πόδια μας εκτός ευρώ με μια μη λαϊκιστική πολιτική ηγεσία.